To κάπνισμα είναι πιο συχνό στους φτωχούς – Είναι το τσιγάρο ταξικό;

Οι άνθρωποι με χαμηλότερο εισόδημα καπνίζουν περισσότερο από τους πλούσιους, ξοδεύουν δυσανάλογα μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους σε τσιγάρα και δυσκολεύονται περισσότερο να το κόψουν.

Το ετήσιο κόστος του καπνίσματος για ένα άτομο που καπνίζει ένα πακέτο την ημέρα διαφέρει σημαντικά ανά χώρα. Στην Ελλάδα, με μέση τιμή πακέτου περίπου 5,50 ευρώ, το ετήσιο κόστος είναι περίπου 2.000 ευρώ. Στις ΗΠΑ, με μέση τιμή 8,50 δολάρια ανά πακέτο, το ετήσιο κόστος φτάνει τα 3.100 δολάρια, δηλαδή περίπου 2.850 ευρώ. Στην Αγγλία, όπου η μέση τιμή είναι περίπου 16 λίρες ανά πακέτο, ένα πακέτο την ημέρα κοστίζει 5.840 λίρες τον χρόνο, δηλαδή περίπου 6.830 ευρώ. Οι τιμές είναι ενδεικτικές μέσες τιμές αρχών 2026 και ποικίλλουν ανά μάρκα, πόλη και σημείο πώλησης.

Οι φτωχοί καπνίζουν περισσότερο — αλλά γιατί;

Η έρευνα δείχνει σταθερά ότι το κάπνισμα είναι πιο διαδεδομένο στις χαμηλότερες κοινωνικοοικονομικές ομάδες. Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, το κάπνισμα έχει μετατραπεί από μια συνήθεια που αφορούσε όλες τις τάξεις σε ένα φαινόμενο που συγκεντρώνεται στους φτωχότερους και λιγότερο μορφωμένους. Γιατί οι φτωχότεροι καπνίζουν περισσότερο; Πώς γίνεται να το κάνουν αφού το εισόδημά τους είναι χαμηλότερο από τους πλούσιους;

Αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι φτωχοί «δεν ξέρουν» ότι το κάπνισμα βλάπτει, αν και μπορεί να είναι λιγότερο συνειδητοποιημένοι. Συμβαίνει επειδή το κάπνισμα επιτελεί λειτουργίες που είναι πιο σημαντικές για ανθρώπους που ζουν υπό συνθήκες χρόνιου στρες και περιορισμένων πόρων. Λειτουργεί ως μηχανισμός αντιμετώπισης του άγχους, της κατάθλιψης και της απογοήτευσης. Προσφέρει στιγμιαία ανακούφιση σε μια ζωή που συχνά στερείται άλλων πηγών ευχαρίστησης. Και σε ορισμένες κοινότητες, το κάπνισμα είναι τόσο κανονικοποιημένο που η μη κατανάλωση αποτελεί εξαίρεση. Με άλλα λόγια, οι πλούσιοι έχουν πολλές απολαύσεις στη ζωή τους με αποτέλεσμα να μην χρειάζονται το κάπνισμα. Και ίσως είναι πιο συνειδητοποιημένοι για τις βλαβερές επιπτώσεις του καπνού.

Η αντίφαση με τη διατροφή — και γιατί δεν είναι πραγματική αντίφαση

Υπάρχει μια γνωστή άποψη ότι οι φτωχοί τρώνε χειρότερα και παχαίνουν επειδή τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα είναι φθηνότερα. Η ίδια λογική θα μπορούσε να οδηγήσει στο ερώτημα: αν οι φτωχοί δεν έχουν λεφτά, τότε γιατί καπνίζουν;

Μια απάντηση είναι ότι το κάπνισμα και η κακή διατροφή έχουν κάτι κοινό: προσφέρουν απόλαυση. Ένας άνθρωπος με χαμηλό εισόδημα μπορεί ταυτόχρονα να τρώει φθηνά, θερμιδικά πυκνά τρόφιμα και να καπνίζει. Το κάπνισμα μάλιστα καταστέλλει την όρεξη, κάτι που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να λειτουργεί ως (επιβλαβής) μηχανισμός ελέγχου του βάρους, ωστόσο οι φτωχοί έχουν μεγαλύτερο βάρος. Η φτώχεια δεν οδηγεί σε μία μόνο «κακή επιλογή». Οδηγεί σε ένα σύμπλεγμα συμπεριφορών.

Τι είναι η «φτώχεια που προκαλεί το κάπνισμα»

Μια λιγότερο γνωστή βλάβη του καπνίσματος είναι αυτό που οι ερευνητές ονομάζουν « smoking-induced deprivation» — στέρηση που προκαλείται από το κάπνισμα. Πρόκειται για την κατάσταση όπου τα χρήματα που ξοδεύονται για τσιγάρα αφήνουν τους ανθρώπους χωρίς αρκετά χρήματα για φαγητό ή άλλα βασικά αγαθά, όπως το ενοίκιο ή τους λογαριασμούς ρεύματος. Το 2024, σχεδόν ένας στους πέντε Αυστραλούς που κάπνιζαν (18,3%) ανέφερε ότι βίωνε στέρηση που προκαλείται από το κάπνισμα. Το ποσοστό αυτό ήταν υψηλότερο από την Αγγλία (14,3%), τον Καναδά (13%) και τις Ηνωμένες Πολιτείες (10,4%).

Η χρονολογική πορεία της έρευνας

Η έρευνα για τη σχέση καπνίσματος και φτώχειας έχει μακρά ιστορία. Το 1994, οι Lopez, Collishaw και Piha δημοσίευσαν ένα μοντέλο της «επιδημίας του καπνού» στο Tobacco Control. Το μοντέλο έδειξε ότι σε χώρες υψηλού εισοδήματος, το κάπνισμα αρχικά εξαπλώνεται σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, αλλά στη συνέχεια συγκεντρώνεται στους φτωχότερους, καθώς οι πλουσιότεροι και πιο μορφωμένοι κόβουν πρώτοι.

Το 2016, οι Siahpush και συνεργάτες δημοσίευσαν μια μελέτη στο Journal of Epidemiology and Community Health που έδειξε ότι η οικονομική πίεση από το κάπνισμα ήταν πιο έντονη στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Η μελέτη τόνισε ότι οι άνθρωποι με χαμηλό εισόδημα ξοδεύουν δυσανάλογα μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού τους σε τσιγάρα.

Το 2024, μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Addiction ανέλυσε δεδομένα από 26.888 ανθρώπους που κάπνιζαν τουλάχιστον μηνιαίως σε Αυστραλία, Αγγλία, Καναδά και Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ 2016 και 2024. Τα ευρήματα έδειξαν ότι το ποσοστό των καπνιστών που ανέφεραν στέρηση που προκαλείται από το κάπνισμα είχε αυξηθεί σε όλες τις τέσσερις χώρες από το 2016.

Είναι ο φόρος στα τσιγάρα ταξικός;

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η μείωση των φόρων στα τσιγάρα θα ανακούφιζε τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα. Το επιχείρημα είναι απλό: αν τα τσιγάρα είναι φθηνότερα, οι φτωχοί θα έχουν περισσότερα χρήματα για άλλα πράγματα. Ωστόσο, η έρευνα δείχνει ότι αυτή η λογική είναι παραπλανητική.

Η μείωση των τιμών θα μείωνε τις προσπάθειες διακοπής, θα αύξανε την κατανάλωση και θα αύξανε τη χρήση από νέους, ιδιαίτερα από μειονεκτικά περιβάλλοντα. Δεκαετίες έρευνας δείχνουν ότι οι υψηλότερες τιμές είναι από τα πιο αποτελεσματικά μέτρα για τη μείωση του καπνίσματος. Το πρόβλημα δεν είναι η τιμή. Είναι η έλλειψη υποστήριξης για τη διακοπή.

Το κάπνισμα έχει γίνει ένας από τους πιο ισχυρούς δείκτες κοινωνικής τάξης. Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, το κάπνισμα είναι πλέον συγκεντρωμένο στους φτωχότερους, τους λιγότερο μορφωμένους και τους ανθρώπους με χειρότερες συνθήκες εργασίας. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα «κακών επιλογών». Οι άνθρωποι με χαμηλό εισόδημα αντιμετωπίζουν χρόνιο στρες από την οικονομική ανασφάλεια, την εργασιακή επισφάλεια, την έλλειψη στέγης και τις διακρίσεις. Το κάπνισμα προσφέρει μια στιγμιαία ανακούφιση από αυτό το στρες. Επιπλέον, οι κοινότητες με χαμηλό εισόδημα έχουν συστηματικά στοχοποιηθεί από τη βιομηχανία καπνού με διαφημίσεις, χορηγίες και προϊόντα που απευθύνονται σε αυτές.

Η πρόσβαση σε υποστήριξη διακοπής είναι επίσης άνισα κατανεμημένη. Οι άνθρωποι με χαμηλό εισόδημα έχουν λιγότερη πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, συμβουλευτική και φάρμακα διακοπής. Και όταν προσπαθούν να κόψουν, είναι πιο πιθανό να αποτύχουν, επειδή είναι πιο εξαρτημένοι και λιγότερο σίγουροι ότι μπορούν να τα καταφέρουν.

Αντί να μειωθούν οι φόροι, τα έσοδα από τον φόρο καπνού θα μπορούσαν να διατεθούν για τη μείωση του καπνίσματος και την κάλυψη των υγειονομικών δαπανών που προκαλεί. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει δωρεάν φάρμακα διακοπής, ενίσχυση της συμπεριφορικής υποστήριξης, έλεγχο της παράνομης πώλησης τσιγάρων και ειδικά προγράμματα για τις ομάδες που πλήττονται περισσότερο. Μια τέτοια προσέγγιση θα βοηθούσε άμεσα τους ανθρώπους που βιώνουν οικονομική δυσχέρεια, ενώ ταυτόχρονα θα μείωνε τις ασθένειες που σχετίζονται με το κάπνισμα και την πίεση στα συστήματα υγείας.

Η φιλοσοφική διάσταση: Ελευθερία, εξάρτηση και δικαιοσύνη

Το κάπνισμα εγείρει βαθύτερα φιλοσοφικά ερωτήματα για την ελευθερία και την ευθύνη. Αν κάποιος ξεκίνησε το κάπνισμα σε ηλικία 15 ετών, σε ένα περιβάλλον όπου όλοι κάπνιζαν, χωρίς ενημέρωση για τους κινδύνους, και τώρα είναι εξαρτημένος, πόσο «ελεύθερη» είναι η επιλογή του να συνεχίσει;

Ο φιλόσοφος Gerald Dworkin έχει γράψει για την έννοια της «ελευθερίας» υπό συνθήκες εξάρτησης. Υποστηρίζει ότι η ελευθερία δεν είναι απλώς η απουσία εξωτερικών περιορισμών. Είναι η ικανότητα να διαμορφώσεις τη ζωή σου σύμφωνα με τις δικές σου αξίες. Η εξάρτηση από τη νικοτίνη περιορίζει αυτή την ικανότητα. Και όταν η εξάρτηση συνδυάζεται με τη φτώχεια, ο περιορισμός γίνεται ακόμη πιο έντονος.

Η Dr. Coral Gartner, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Κουίνσλαντ και μία από τις συγγραφείς της μελέτης στο Addiction, έχει δηλώσει: «People experiencing smoking-induced deprivation were more likely to try quitting, but less likely to succeed. This means one of the best ways to tackle smoking-related poverty is to do more to help those people succeed at quitting.» (ελληνικά: «Οι άνθρωποι που βιώνουν στέρηση που προκαλείται από το κάπνισμα ήταν πιο πιθανό να προσπαθήσουν να το κόψουν, αλλά λιγότερο πιθανό να τα καταφέρουν. Αυτό σημαίνει ότι ένας από τους καλύτερους τρόπους για να αντιμετωπιστεί η φτώχεια που σχετίζεται με το κάπνισμα είναι να γίνουν περισσότερα για να βοηθηθούν αυτοί οι άνθρωποι να τα καταφέρουν.») Πηγή: δήλωση στο Πανεπιστήμιο του Κουίνσλαντ, 2025.

Γιατί έχει σημασία για τον αναγνώστη

Το κάπνισμα δεν είναι απλώς ένα ατομικό πρόβλημα υγείας. Είναι ένας μηχανισμός που παγιώνει την κοινωνική ανισότητα. Οι φτωχότεροι καπνίζουν περισσότερο, ξοδεύουν περισσότερα από όσα μπορούν και δυσκολεύονται περισσότερο να κόψουν. Η μείωση των φόρων μπορεί να φαίνεται σαν βοήθεια, αλλά στην πραγματικότητα διαιωνίζει το πρόβλημα. Η πραγματική βοήθεια είναι η υποστήριξη για διακοπή — δωρεάν, προσβάσιμη και προσαρμοσμένη στις ανάγκες των ανθρώπων που την χρειάζονται περισσότερο.

Βιβλιογραφία

Lopez, A.D., Collishaw, N.E., & Piha, T. (1994). A descriptive model of the cigarette epidemic in developed countries. Tobacco Control.

Siahpush, M., et al. (2016). Smoking-induced deprivation and its association with smoking cessation. Journal of Epidemiology and Community Health.

Gartner, C., Cho, A., et al. (2024). Smoking-induced deprivation and subsequent smoking cessation among adults who smoke in four high-income countries: Trends, correlates and longitudinal associations, 2016–2024. Addiction.

Dworkin, G. (1988). The Theory and Practice of Autonomy. Cambridge University Press.

Δείτε επίσης