Ποια είναι η φυσιολογική διατροφική συμπεριφορά;

Πόσο «φυσιολογικό» είναι να τρώει κανείς συναισθηματικά; Πόσο «φυσιολογικό» είναι να περιορίζει συνειδητά το φαγητό του; Και πόσο «φυσιολογικό» είναι να χάνει τον έλεγχο μπροστά σε ένα πιάτο; Μέχρι πρόσφατα, η επιστήμη της διατροφικής συμπεριφοράς είχε μια αόριστη απάντηση: εξαρτάται. Τώρα, μια μεγάλη μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Όουλου στη Φινλανδία δίνει για πρώτη φορά συγκεκριμένες τιμές αναφοράς που επιτρέπουν στους επιστήμονες και τους κλινικούς να πουν με μεγαλύτερη βεβαιότητα πότε η συμπεριφορά κάποιου αποκλίνει ουσιαστικά από τον μέσο όρο της ηλικίας και του φύλου του.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Appetite, βασίστηκε σε δεδομένα 8.959 ατόμων από τρεις πληθυσμιακές κοόρτες της βόρειας Φινλανδίας. Οι συμμετέχοντες ανήκαν σε τρεις ηλικιακές ομάδες: 33-35 ετών (νεαρή ενήλικη ζωή), 45-46 ετών (μέση ενήλικη ζωή) και 68-70 ετών (ύστερη ενήλικη ζωή). Χρησιμοποιήθηκε το αναθεωρημένο Ερωτηματολόγιο Τριών Παραγόντων Κατανάλωσης Τροφής (TFEQ-R18), ένα από τα πιο διαδεδομένα εργαλεία μέτρησης της διατροφικής συμπεριφοράς παγκοσμίως. Το ερωτηματολόγιο αξιολογεί τρεις διαστάσεις: τη γνωσιακή συγκράτηση (συνειδητός περιορισμός του φαγητού για έλεγχο του βάρους), την ανεξέλεγκτη κατανάλωση (η τάση να τρώει κανείς υπερβολικά ή να χάνει τον έλεγχο) και τη συναισθηματική κατανάλωση (το φαγητό ως απόκριση σε αρνητικά συναισθήματα). Όσο υψηλότερη η βαθμολογία σε κάθε διάσταση, τόσο πιο έντονη η συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Τα ευρήματα είναι σαφή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς. Η ανεξέλεγκτη και η συναισθηματική κατανάλωση ήταν πιο έντονες στους νεότερους ενήλικες και λιγότερο έντονες στους μεγαλύτερους. Η γνωσιακή συγκράτηση, αντίθετα, ήταν πιο συχνή στους μεγαλύτερους ενήλικες. Με άλλα λόγια, καθώς μεγαλώνουμε, τείνουμε να τρώμε λιγότερο παρορμητικά και συναισθηματικά, αλλά να ελέγχουμε περισσότερο συνειδητά το τι τρώμε. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από τη συσσώρευση εμπειρίας, την ωρίμανση των εκτελεστικών λειτουργιών του εγκεφάλου και την αυξημένη ευαισθησία σε θέματα υγείας που έρχονται με την ηλικία.

Υπήρχαν επίσης σαφείς διαφορές μεταξύ των φύλων. Κατά μέσο όρο, οι γυναίκες ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα γνωσιακής συγκράτησης και συναισθηματικής κατανάλωσης από τους άνδρες σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Η ανεξέλεγκτη κατανάλωση, ωστόσο, δεν διέφερε μεταξύ των φύλων — εκτός από τη μέση ηλικία, όπου οι γυναίκες ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα. Αυτό το μοτίβο είναι συνεπές με προηγούμενες μελέτες σε ευρωπαϊκούς πληθυσμούς και πιθανώς αντανακλά διαφορετικές κοινωνικές πιέσεις και προσδοκίες που σχετίζονται με το σώμα και το φαγητό. Οι γυναίκες εκτίθενται από νεαρή ηλικία σε εντονότερες πιέσεις για αδυνάτισμα και έλεγχο του φαγητού, γεγονός που μπορεί να εξηγήσει τόσο την υψηλότερη γνωσιακή συγκράτηση όσο και την υψηλότερη συναισθηματική κατανάλωση — δύο φαινομενικά αντίθετες συμπεριφορές που συχνά συνυπάρχουν.

Η σχέση με τον δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) ήταν πιο περίπλοκη. Καθώς ο ΔΜΣ αυξανόταν, η ανεξέλεγκτη και η συναισθηματική κατανάλωση ήταν, κατά μέσο όρο, πιο συχνές. Αυτό επιβεβαιώνει προηγούμενες μελέτες που έχουν δείξει ότι τα άτομα με παχυσαρκία αναφέρουν συχνότερα επεισόδια υπερφαγίας και συναισθηματικής κατανάλωσης. Η σχέση μεταξύ γνωσιακής συγκράτησης και βάρους ήταν πιο σύνθετη: η συγκράτηση αυξανόταν με τον ΔΜΣ, αλλά παρατηρήθηκε μια ελαφρά μείωση μεταξύ των γυναικών με τα πιο σοβαρά επίπεδα παχυσαρκίας. Αυτό το εύρημα είναι σημαντικό γιατί δείχνει ότι η σχέση μεταξύ ελέγχου του φαγητού και βάρους δεν είναι γραμμική. Σε ορισμένα άτομα με σοβαρή παχυσαρκία, η ικανότητα ή η θέληση για συνειδητό περιορισμό μπορεί να μειώνεται, πιθανώς λόγω εξάντλησης, μαθημένης αβοηθησίας ή μεταβολικών παραγόντων που επηρεάζουν την όρεξη.

Η μελέτη καθιέρωσε, για πρώτη φορά, τιμές αναφοράς ειδικές για την ηλικία και το φύλο για τον φινλανδικό πληθυσμό. Οι τιμές αυτές παρουσιάζονται ως εκατοστημόρια, επιτρέποντας στους επαγγελματίες υγείας να αξιολογήσουν κατά πόσον η διατροφική συμπεριφορά ενός ατόμου διαφέρει ουσιαστικά από εκείνη άλλων της ίδιας ηλικίας και φύλου. Για παράδειγμα, κάποιος που βαθμολογείται πάνω από το 95ο εκατοστημόριο στη συναισθηματική κατανάλωση βρίσκεται στο κορυφαίο 5% του πληθυσμού αναφοράς του — γεγονός που μπορεί να δικαιολογεί περαιτέρω κλινική αξιολόγηση. Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι οι τιμές αναφοράς δεν προορίζονται να καθορίσουν άμεσα εάν απαιτείται θεραπεία. Όπως επισημαίνει η Marjukka Nurkkala, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Όουλου που συντόνισε τη μελέτη, «κατά την ερμηνεία των τιμών αναφοράς, είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη ότι παράγοντες όπως οι στόχοι διαχείρισης βάρους μπορούν να επηρεάσουν τη διατροφική συμπεριφορά». Κάποιος που βρίσκεται σε πρόγραμμα αδυνατίσματος αναμένεται να έχει υψηλότερη γνωσιακή συγκράτηση — αυτό δεν είναι παθολογικό, είναι αναμενόμενο.

Η μελέτη αποκάλυψε επίσης ότι οι βαθμολογίες του TFEQ-R18 διέφεραν μεταξύ των έξι κατηγοριών ΔΜΣ που εξετάστηκαν (από <18,5 έως ≥40). Στους νεότερους ενήλικες, οι μέσες βαθμολογίες στην ανεξέλεγκτη και τη συναισθηματική κατανάλωση ήταν υψηλότερες μεταξύ των γυναικών και των ανδρών με υπέρβαρο ή παχυσαρκία σε σύγκριση με εκείνους με φυσιολογικό ΔΜΣ. Η γνωσιακή συγκράτηση ήταν επίσης υψηλότερη σε άτομα με ΔΜΣ 25-29,9 kg/m² από ό,τι σε εκείνα με ΔΜΣ 18,5-24,9 kg/m². Στους μεσήλικες, οι βαθμολογίες αυξάνονταν σταδιακά με τον ΔΜΣ, αλλά η γνωσιακή συγκράτηση δεν διέφερε μεταξύ ατόμων με διαφορετικούς βαθμούς παχυσαρκίας. Στους μεγαλύτερους ενήλικες, οι βαθμολογίες ήταν υψηλότερες στην κατηγορία ΔΜΣ 30-34,9 kg/m², αλλά οι διαφορές δεν ήταν στατιστικά σημαντικές.

Τα ευρήματα αυτά έχουν σημαντικές κλινικές επιπτώσεις. Τα ερωτηματολόγια διατροφικής συμπεριφοράς χρησιμοποιούνται ευρέως στη διαχείριση βάρους και τη θεραπεία της παχυσαρκίας. Η γνώση του πού βρίσκεται ένας ασθενής σε σχέση με τον πληθυσμό αναφοράς του μπορεί να βοηθήσει τους επαγγελματίες υγείας να στοχεύσουν καλύτερα τις παρεμβάσεις τους. Για παράδειγμα, ένα άτομο με υψηλή ανεξέλεγκτη κατανάλωση μπορεί να ωφεληθεί από στρατηγικές που στοχεύουν στη ρύθμιση της όρεξης και την πρόληψη της υπερφαγίας, ενώ ένα άτομο με υψηλή συναισθηματική κατανάλωση μπορεί να χρειαστεί υποστήριξη για τη διαχείριση των συναισθημάτων του. Η γνωσιακή συγκράτηση, από την άλλη, έχει προταθεί ως ωφέλιμη στο πλαίσιο της επαγγελματικής θεραπείας της παχυσαρκίας, αλλά μπορεί να είναι επιβλαβής όταν συνδυάζεται με υψηλή ανεξέλεγκτη κατανάλωση ή όταν εφαρμόζεται από άτομα χωρίς υπέρβαρο.

Η μελέτη έχει και περιορισμούς. Πρώτον, τα δεδομένα από τη νεότερη κοόρτη συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, γεγονός που μπορεί να μείωσε τη συμμετοχή. Δεύτερον, ο επιπολασμός της παχυσαρκίας στο δείγμα ήταν υψηλότερος από τον γενικό πληθυσμό, οπότε τα άτομα με παχυσαρκία μπορεί να υπερεκπροσωπούνται. Τρίτον, τα άτομα με χειρότερη υγεία μπορεί να υποεκπροσωπούνται, καθώς η συμμετοχή σε μελέτες κοόρτης συνδέεται με καλύτερη υγεία και υψηλότερη κοινωνικοοικονομική κατάσταση. Τέταρτον, η μελέτη είναι συγχρονική, οπότε δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα αιτιότητας.

Παρά τους περιορισμούς, η μελέτη προσφέρει ένα πολύτιμο εργαλείο για την κατανόηση της φυσιολογικής διατροφικής συμπεριφοράς. Δείχνει ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο όριο που να ορίζει τη μη φυσιολογική συμπεριφορά για όλους. Αντίθετα, οι βαθμολογίες πρέπει να ερμηνεύονται σε σχέση με το φύλο, την ηλικία και το βάρος. Αυτό είναι ένα σημαντικό βήμα προς μια πιο εξατομικευμένη προσέγγιση στη διαχείριση του βάρους και τη θεραπεία των διατροφικών διαταραχών. Όπως σημειώνουν οι ερευνητές, μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να εξετάσουν τις διαχρονικές αλλαγές της διατροφικής συμπεριφοράς στον γενικό πληθυσμό, να καθορίσουν όρια για τον εντοπισμό διατροφικών διαταραχών και να διερευνήσουν πώς οι διαφορετικές διαστάσεις της διατροφικής συμπεριφοράς συνδυάζονται μεταξύ τους.

Η μελέτη του Όουλου δεν είναι η πρώτη που εξετάζει τη διατροφική συμπεριφορά σε πληθυσμιακό επίπεδο. Μια πρόσφατη βρετανική μελέτη (Ruggiero et al., 2026) δημοσίευσε τιμές αναφοράς για το TFEQ-R18 σε 7.830 συμμετέχοντες από την κοόρτη Fenland, ενώ γερμανικές μελέτες έχουν δημοσιεύσει αντίστοιχες τιμές για την πλήρη έκδοση των 51 ερωτήσεων. Παρά τις μεθοδολογικές διαφορές, τα μοτίβα είναι παρόμοια: οι γυναίκες βαθμολογούν υψηλότερα στη γνωσιακή συγκράτηση και τη συναισθηματική κατανάλωση, ενώ οι μεγαλύτεροι ενήλικες βαθμολογούν υψηλότερα στη γνωσιακή συγκράτηση και χαμηλότερα στις άλλες δύο διαστάσεις. Αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι τα ευρήματα μπορούν να γενικευτούν σε άλλους δυτικούς πληθυσμούς.

Η κατανόηση της φυσιολογικής διατροφικής συμπεριφοράς είναι κρίσιμη σε μια εποχή που η παχυσαρκία έχει λάβει διαστάσεις παγκόσμιας επιδημίας. Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, περισσότεροι από 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι παγκοσμίως ζουν με παχυσαρκία, ενώ τα ποσοστά υπέρβαρου και παχυσαρκίας έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από το 1980. Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι σχετίζονται με το φαγητό — και πώς αυτή η σχέση αλλάζει με την ηλικία, το φύλο και το βάρος — είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη αποτελεσματικών στρατηγικών πρόληψης και θεραπείας. Η μελέτη του Όουλου προσφέρει ένα σημαντικό εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση, δίνοντας στους ερευνητές και τους κλινικούς μια βάση για να ερμηνεύσουν τις βαθμολογίες του TFEQ-R18 με μεγαλύτερη ακρίβεια και να εντοπίσουν εκείνους που μπορεί να χρειάζονται πρόσθετη υποστήριξη.

Περισσότερες πληροφορίες: Marjukka Nurkkala et al., Normative values of the Three-Factor Eating Questionnaire -R18 in three Northern Finland cohort populations by sex and BMI classes, Appetite (2027). DOI: 10.1016/j.appet.2026.108794.

Δείτε επίσης