Το «παράδοξο της παχυσαρκίας» στην άνοια δεν είναι ένα μεμονωμένο εύρημα. Είναι ένα σταθερό μοτίβο που επανεμφανίζεται στη βιβλιογραφία εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες, και η νέα μελέτη των Zhang και Chang από το Columbia Mailman School of Public Health και το NYU School of Global Public Health έρχεται να το επιβεβαιώσει με τον πιο αυστηρό τρόπο μέχρι σήμερα.
Το βασικό εύρημα είναι απλό: οι άνθρωποι που είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι όταν διαγιγνώσκονται με άνοια ζουν περισσότερο από εκείνους που έχουν φυσιολογικό βάρος.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Journal of Alzheimer’s Disease, ανέλυσε δεδομένα 4.523 ατόμων από το Health and Retirement Study — μια εθνικά αντιπροσωπευτική κοόρτη ενηλίκων άνω των 51 ετών — με παρακολούθηση από το 1998 έως το 2022. Σε σύγκριση με τα άτομα φυσιολογικού βάρους, ο κίνδυνος θανάτου ήταν 16% χαμηλότερος στους υπέρβαρους (ΔΜΣ 25–29,9), 27% χαμηλότερος στους παχύσαρκους 1ου βαθμού (ΔΜΣ 30–34,9) και 22% χαμηλότερος σε όσους είχαν ΔΜΣ 35 και άνω.
Αυτό όμως που κάνει τη διαφορά σε αυτή τη μελέτη δεν είναι το εύρημα καθαυτό — αυτό το ξέραμε — αλλά ο τρόπος που οι ερευνητές προσπάθησαν να εξουδετερώσουν τις δύο πιο συνηθισμένες εξηγήσεις που θα μπορούσαν να το ακυρώσουν ως στατιστικό τέχνασμα.
Η πρώτη είναι η αντίστροφη αιτιότητα: η άνοια αρχίζει να καταστρέφει τον εγκέφαλο πολλά χρόνια πριν από τη διάγνωση, και ένα από τα πρώτα πράγματα που κάνει είναι να μειώνει την όρεξη, να αυξάνει τον μεταβολισμό και να δυσκολεύει τη σίτιση. Ένας ασθενής που φαίνεται «φυσιολογικού βάρους» τη στιγμή της διάγνωσης μπορεί στην πραγματικότητα να ήταν παχύσαρκος πριν από δέκα χρόνια και να έχει χάσει κιλά λόγω της νόσου. Αν η μελέτη κοιτάξει μόνο το βάρος τη στιγμή της διάγνωσης, τότε τα άτομα με φυσιολογικό βάρος είναι στην πραγματικότητα τα πιο άρρωστα — αυτά που έχασαν βάρος επειδή αρρώστησαν.
Η δεύτερη είναι η μεροληψία επιβίωσης: οι παχύσαρκοι πεθαίνουν νωρίτερα από καρδιαγγειακά νοσήματα και διαβήτη. Όσοι φτάνουν σε μεγάλη ηλικία με παχυσαρκία και αναπτύσσουν άνοια μπορεί να αποτελούν ένα ιδιαίτερα ανθεκτικό υποσύνολο του πληθυσμού — άνθρωποι που, για γενετικούς ή άλλους λόγους, αντέχουν περισσότερο.
Η μελέτη των Zhang και Chang εξέτασε και τις δύο πιθανότητες. Παρακολούθησε το βάρος των συμμετεχόντων για χρόνια πριν από τη διάγνωση, κατέγραψε τις τροχιές του βάρους τους, και έκανε αναλύσεις που έλεγχαν αν η απώλεια βάρους πριν από τη διάγνωση ή η επιλογή των επιζώντων εξηγούσαν το φαινόμενο. Το συμπέρασμα ήταν ότι δεν το εξηγούσαν. Όπως δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας Yuan Zhang: «Επειδή αυτό το εύρημα είναι κάπως αντιδιαισθητικό, ένα σημαντικό ερώτημα είναι αν θα μπορούσε απλώς να είναι τεχνούργημα μεροληψίας. Οι αναλύσεις μας υποδηλώνουν ότι οι κύριες πηγές μεροληψίας που εξετάσαμε δεν εξηγούν το πλεονέκτημα επιβίωσης που σχετίζεται με υψηλότερο βάρος».
Αυτό δεν σημαίνει ότι η παχυσαρκία είναι καλή. Σημαίνει ότι, σε έναν άνθρωπο που έχει ήδη διαγνωστεί με άνοια, το επιπλέον βάρος μπορεί να λειτουργήσει ως απόθεμα.
Η πρώτη συγγραφέας Virginia Chang το εξήγησε με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: «Η διατροφή μπορεί να είναι μεγάλο πρόβλημα για τους ανθρώπους με άνοια. Μπορεί να εμφανίσουν καχεξία και αδυναμία να φάνε, που μπορεί να οφείλεται σε αλλαγές στην κεντρική παρόρμηση του εγκεφάλου, οδηγώντας σε απώλεια όρεξης και πρωτοβουλίας, αυξημένη κατανάλωση ενέργειας και δυσκολίες στη σίτιση». Όταν ο εγκέφαλος αρχίζει να καταρρέει, οι υποθαλαμικές οδοί που ρυθμίζουν την πείνα και τον κορεσμό αποδιοργανώνονται. Οι αισθήσεις της όσφρησης και της γεύσης μειώνονται. Η μάσηση και η κατάποση γίνονται επικίνδυνες. Ο μεταβολισμός επιταχύνεται λόγω φλεγμονής και αυξημένου καταβολισμού. Το σώμα αρχίζει να καταναλώνει τον εαυτό του. Σε αυτό το πλαίσιο, ένα άτομο με μεγαλύτερα αποθέματα λίπους και μυϊκής μάζας έχει περισσότερα «καύσιμα» για να αντέξει τη διαδικασία της νόσου. Το λίπος δεν είναι αδρανές. Εκκρίνει λεπτίνη, αντιφλεγμονώδεις κυτοκίνες, και παρέχει ενέργεια όταν η πρόσληψη τροφής μειώνεται. Η μυϊκή μάζα παρέχει πρωτεΐνες για την ανασύσταση ιστών και υποστηρίζει τη σωματική λειτουργία. Όπως το θέτει η μελέτη, το επιπλέον βάρος μπορεί να λειτουργήσει ως «καταβολικό απόθεμα» (catabolic reserve) — ένα μαξιλάρι που απορροφά τους κραδασμούς της νόσου.
Το παράδοξο της παχυσαρκίας στην άνοια δεν είναι το μόνο παράδοξο του είδους. Το ίδιο μοτίβο έχει παρατηρηθεί σε καρδιακή ανεπάρκεια, χρόνια νεφρική νόσο, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, ρευματοειδή αρθρίτιδα, καρκίνο και ηλικιωμένους μετά από νοσηλεία. Σε όλες αυτές τις καταστάσεις, οι υπέρβαροι και παχύσαρκοι ασθενείς έχουν καλύτερη πρόγνωση από τους φυσιολογικού βάρους.
Οι εξηγήσεις που έχουν προταθεί είναι παρόμοιες: μεγαλύτερα μεταβολικά αποθέματα, λιγότερη καχεξία, πιθανώς προστατευτικές επιδράσεις του λιπώδους ιστού στο ανοσοποιητικό σύστημα, και — σε ορισμένες περιπτώσεις — το γεγονός ότι οι παχύσαρκοι που επιβιώνουν αρκετά ώστε να αναπτύξουν τη νόσο είναι πιο ανθεκτικοί.
Το παράδοξο δεν είναι καθολικά αποδεκτό. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι είναι τεχνούργημα — αποτέλεσμα συγχυτικών παραγόντων που δεν έχουν μετρηθεί σωστά. Ο ΔΜΣ, για παράδειγμα, δεν διακρίνει τη μυϊκή από τη λιπώδη μάζα. Ένας μυώδης άνθρωπος μπορεί να έχει ΔΜΣ 30 και να είναι μεταβολικά υγιής. Ένας ηλικιωμένος με σαρκοπενία και κατακράτηση υγρών μπορεί να έχει φυσιολογικό ΔΜΣ και να είναι εύθραυστος. Η μελέτη των Zhang και Chang χρησιμοποίησε ΔΜΣ, αλλά παρακολούθησε τις μεταβολές του βάρους με την πάροδο του χρόνου, γεγονός που βελτιώνει την ακρίβεια. Παρόλα αυτά, δεν μέτρησε άμεσα τη σύσταση του σώματος, τη μυϊκή μάζα, ή τη λειτουργική κατάσταση. Και η μελέτη είναι παρατηρησιακή — δεν μπορεί να αποδείξει αιτιότητα.
Υπάρχουν πολλές άλλες μελέτες που έχουν βρει το ίδιο μοτίβο. Μια μελέτη του 2015 στο Alzheimer’s & Dementia από τους Fitzgerald et al. βρήκε ότι οι παχύσαρκοι ασθενείς με άνοια είχαν χαμηλότερη θνησιμότητα από τους φυσιολογικού βάρους. Μια μελέτη του 2014 στο Journal of Alzheimer’s Disease από τους Garcia-Ptacek et al. βρήκε παρόμοια αποτελέσματα σε σουηδικό πληθυσμό. Μια μελέτη του 2009 στο Journal of the American Geriatrics Society από τους White et al. βρήκε ότι η απώλεια βάρους, όχι το αρχικό βάρος, προέβλεπε θνησιμότητα σε ηλικιωμένους με άνοια. Και μια μεγάλη μελέτη του 2018 στο BMJ από τους Kivimäki et al. έδειξε ότι η παχυσαρκία στη μέση ηλικία αυξάνει τον κίνδυνο άνοιας, αλλά μετά τη διάγνωση, το υψηλότερο βάρος σχετίζεται με καλύτερη επιβίωση.
Το μοτίβο είναι τόσο σταθερό που ορισμένοι ερευνητές έχουν προτείνει να χρησιμοποιείται ο ΔΜΣ κατά τη διάγνωση ως προγνωστικός δείκτης — ένα σήμα για το πόσο καλά μπορεί να αντέξει ο ασθενής την πορεία της νόσου. Η Virginia Chang το τόνισε αυτό: «Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ασθενείς με άνοια πρέπει να προσπαθήσουν να γίνουν υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, καθώς η μελέτη μας δεν σχεδιάστηκε για να εξετάσει αυτό το ερώτημα. Αλλά τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι η κατάσταση βάρους μπορεί να χρησιμεύσει ως χρήσιμο προγνωστικό σήμα για την επιβίωση τη στιγμή της διάγνωσης της άνοιας. Υποστηρίζουν επίσης την άποψη ότι η διατροφή είναι βασικός παράγοντας στην υγεία και την επιβίωση των ανθρώπων με άνοια». Το πρακτικό συμπέρασμα δεν είναι «πάρτε βάρος». Είναι «μην αφήσετε τον ασθενή να χάσει βάρος».
Η απώλεια βάρους στην άνοια είναι κακό σημάδι. Η διατήρηση της διατροφικής κατάστασης, της μυϊκής μάζας και της ενεργειακής πρόσληψης είναι κρίσιμη. Και το βάρος κατά τη διάγνωση μπορεί να βοηθήσει τους γιατρούς να εντοπίσουν ποιοι ασθενείς διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ταχείας επιδείνωσης.

























