Η μελέτη των Alex Rich και Ifat Levy, που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Communications Psychology, εξέτασε αν οι προϋπάρχουσες συναισθηματικές προτιμήσεις για το φαγητό επηρεάζουν την ικανότητα μάθησης νέων διατροφικών συσχετίσεων.
Η αφετηρία ήταν απλή αλλά σημαντική: η αλλαγή διατροφής μπορεί να έχει μεγάλο αντίκτυπο στην υγεία, τόσο στη διαχείριση νόσων όπως ο διαβήτης τύπου 2 όσο και στη συνολική ευεξία, όμως οι άνθρωποι συχνά αποτυγχάνουν να αλλάξουν συνήθειες.
Η μελέτη υποστηρίζει ότι ένας λόγος είναι ότι δεν μαθαίνουμε για το φαγητό σε συναισθηματικό κενό. Οι προτιμήσεις μας, είτε πρόκειται για αγάπη προς τα γλυκά είτε για αντιπάθεια προς τις ελιές, δρουν ως φίλτρο που δυσκολεύει την εκμάθηση νέων κανόνων.
Όπως δήλωσε η Ifat Levy, καθηγήτρια Συγκριτικής Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Yale, «οι προϋπάρχουσες προτιμήσεις μας για το φαγητό είναι πολύ ισχυρές και δύσκολο να αλλάξουν», αλλά «μπορεί να υπάρχουν μικρές παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να κάνουν μεγάλη διαφορά».
Ο Alex Rich, πρώην μεταπτυχιακός φοιτητής στο Εργαστήριο Levy και τώρα στο MIT, πρόσθεσε ότι «συνήθως δεν μαθαίνουμε νέους κανόνες για κάτι για το οποίο δεν έχουμε ήδη συναισθήματα».
Στο πείραμα συμμετείχαν περίπου 280 άτομα. Κάθε συμμετέχων επέλεξε τέσσερα σνακ για τα οποία είχε έντονα συναισθήματα, δύο που του άρεσαν και δύο που δεν του άρεσαν. Στη συνέχεια κλήθηκε να προβλέψει αν ένα πρόγραμμα υπολογιστή θα απέδιδε θετικούς ή αρνητικούς πόντους σε αυτά τα σνακ. Οι συσχετίσεις μεταξύ τροφίμων και πόντων άλλαζαν επανειλημμένα.
Σε ορισμένες δοκιμές το πείραμα ενίσχυε τις προτιμήσεις, αποδίδοντας θετικούς πόντους στα αγαπημένα και αρνητικούς στα μη αγαπημένα τρόφιμα. Σε άλλες δοκιμές οι συμμετέχοντες έπρεπε να κάνουν το αντίθετο. Κάποιοι ξεκίνησαν με τη συνθήκη ενίσχυσης και άλλοι με τη συνθήκη αμφισβήτησης. Σε προηγούμενα πειράματα με ουδέτερα αντικείμενα, όπως ένα τρίγωνο ή ένα ορθογώνιο, οι συμμετέχοντες μπορούσαν εύκολα να εναλλάσσονται μεταξύ θετικών και αρνητικών συσχετίσεων. Εδώ όμως, όπως είπε η Levy, «όλοι» δυσκολεύτηκαν να πάνε κόντρα στα συναισθήματά τους και να αποδώσουν αρνητικούς πόντους σε ό,τι τους άρεσε και θετικούς σε ό,τι δεν τους άρεσε.
Το πιο απροσδόκητο εύρημα ήταν ότι όσοι ξεκίνησαν με τη συνθήκη που ενίσχυε τις προτιμήσεις τους είχαν μεγαλύτερη δυσκολία να αλλάξουν τις προβλέψεις τους στη συνέχεια, σε σύγκριση με όσους ξεκίνησαν αμέσως με την αμφισβήτηση των προτιμήσεών τους.
Ο Rich χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «εντελώς απροσδόκητο και αρκετά ισχυρό». Αυτό υποδηλώνει ότι το priming, δηλαδή η αρχική έκθεση σε μια έννοια ή ένα ερέθισμα που διαμορφώνει τη μετέπειτα στάση, παίζει ρόλο στη μάθηση για το φαγητό. Για όσους θέλουν να υιοθετήσουν νέες διατροφικές συνήθειες, το εύρημα μπορεί να σημαίνει ότι η αμφισβήτηση των συναισθημάτων για το φαγητό από την αρχή διευκολύνει τη μετάβαση. Η μελέτη βρήκε επίσης ότι οι συμμετέχοντες είχαν ευκολότερο χρόνο να αποδώσουν νέες αξίες σε τρόφιμα που δεν τους άρεσαν παρά σε τρόφιμα που τους άρεσαν. Αυτό ενισχύει την ανεκδοτική παρατήρηση ότι είναι ευκολότερο να προσθέσει κανείς τρόφιμα στη διατροφή του παρά να αφαιρέσει αγαπημένα.
Όπως είπε ο Rich, «ας πούμε, το μπρόκολο δεν είναι το αγαπημένο σας. Ίσως μπορούμε να το ενσωματώσουμε ευκολότερα από το να σταματήσουμε να τρώμε παγωτό». Η μελέτη σημειώνει επίσης ότι άτομα με υπερφαγία δεν τα πηγαίνουν τόσο καλά σε διατροφικές παρεμβάσεις για την παχυσαρκία όσο εκείνα χωρίς υπερφαγία, και ο Rich παρατήρησε ότι «η έρευνα για τις διατροφικές διαταραχές τείνει να είναι μια δεκαετία πίσω από την κατάθλιψη, το άγχος και όλα τα άλλα», αλλά τα ευρήματα δείχνουν ότι η μάθηση που βασίζεται στο φαγητό «μπορεί να χειραγωγηθεί με ένα φαινόμενο priming».
Το επιστημονικό πλαίσιο της μελέτης είναι ευρύτερο από ένα μόνο πείραμα. Η βασική ιδέα ότι οι προϋπάρχουσες συναισθηματικές καταστάσεις επηρεάζουν τη μάθηση για το φαγητό συνδέεται με το φαινόμενο της ασυμμετρίας σθένους, δηλαδή της τάσης να μαθαίνουμε ευκολότερα συσχετίσεις με θετικά αποτελέσματα παρά με αρνητικά.
Μια μελέτη του 2025 σημείωνε ότι «η λεγόμενη ασυμμετρία δράσης-σθένους αποδίδεται σε μια έμφυτη παβλοβιανή προκατάληψη», γεγονός που εξηγεί γιατί η θετική ενίσχυση μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική στην ενημέρωση της μάθησης που βασίζεται στο φαγητό.
Η μελέτη των Rich και Levy βρήκε επίσης ότι οι θετικές συσχετίσεις μαθαίνονταν ευκολότερα από τις αρνητικές, ενισχύοντας την άποψη ότι ο εγκέφαλος είναι πιο δεκτικός σε ανταμοιβές παρά σε τιμωρίες όταν πρόκειται για τροφή. Σε αυτό προστίθεται η προκατάληψη αρνητικότητας που εμφανίζεται ήδη από την παιδική ηλικία.
Μια μελέτη του 2025 στο Appetite διαπίστωσε ότι «τα μικρά παιδιά παρουσιάζουν μια προκατάληψη αρνητικότητας στη μάθηση που σχετίζεται με το φαγητό, δείχνοντας αυξημένη προσοχή και μνήμη για αρνητικές πληροφορίες». Αυτό εξηγεί γιατί οι αρνητικές εμπειρίες με το φαγητό, όπως μια κακή γεύση, μπορεί να είναι τόσο δύσκολο να ξεπεραστούν και γιατί οι διατροφικές παρεμβάσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όχι μόνο τη γνώση αλλά και το συναίσθημα.
Η τρέχουσα μελέτη δεν είναι η πρώτη φορά που η Ifat Levy διερευνά τη σχέση παχυσαρκίας και μάθησης για το φαγητό. Μια παλαιότερη μελέτη του 2014 στο Current Biology, με τους Zhang, Manson, Schiller και Levy, είχε δείξει ότι οι παχύσαρκες γυναίκες παρουσίαζαν συγκεκριμένο έλλειμμα μάθησης όταν το έπαθλο ήταν φαγητό. Η Levy είχε δηλώσει τότε ότι «η μελέτη μας δείχνει ότι η παχυσαρκία μπορεί να περιλαμβάνει μια συγκεκριμένη δυσλειτουργία όχι στην επεξεργασία του φαγητού αυτού καθαυτού, αλλά στον τρόπο με τον οποίο τα παχύσαρκα άτομα, ή τουλάχιστον οι παχύσαρκες γυναίκες, μαθαίνουν για τα σήματα του περιβάλλοντος που προβλέπουν το φαγητό», και είχε προσθέσει ότι «αυτό δεν είναι ένα γενικό έλλειμμα μάθησης, καθώς οι παχύσαρκες γυναίκες δεν είχαν κανένα πρόβλημα να μάθουν όταν το έπαθλο ήταν χρήματα αντί για φαγητό». Αυτό δείχνει ότι η μάθηση για το φαγητό έχει ξεχωριστά χαρακτηριστικά και δεν ταυτίζεται με τη γενική γνωστική μάθηση.
Η ιδέα ότι το priming μπορεί να αξιοποιηθεί για αλλαγή προτιμήσεων υποστηρίζεται και από τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή του 2015 των Legget και συνεργατών, η οποία διερεύνησε τη χρήση implicit priming για μείωση της έλξης προς τροφές υψηλής θερμιδικής αξίας. Η μελέτη κατέληξε ότι «αυτή η μελέτη παρέχει αρχικές ενδείξεις ότι μια προσέγγιση IP μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αλλάξει τις αυτόματες προτιμήσεις για τροφές υψηλής θερμιδικής αξίας συνδέοντας εικόνες τροφίμων με συναισθήματα αηδίας». Άλλη εργασία των Legget και συνεργατών εξέτασε νευρωνικές και συμπεριφορικές επιδράσεις παρέμβασης implicit priming σε άτομα με παχυσαρκία, με στόχο «να αλλάξει τις συναισθηματικές συσχετίσεις με το φαγητό, χρησιμοποιώντας ένα νέο παράδειγμα IP».
Το πιο καινοτόμο στοιχείο της μελέτης Rich και Levy είναι ότι η αρχική συνθήκη είχε διαρκή επίδραση. Όσοι ξεκίνησαν με ενίσχυση των προτιμήσεών τους δυσκολεύτηκαν περισσότερο να τις αμφισβητήσουν αργότερα, σε σύγκριση με όσους ξεκίνησαν αμέσως με αμφισβήτηση. Αυτό συνδέεται με το φαινόμενο του primacy effect, όπου οι πρώτες πληροφορίες για ένα ερέθισμα επηρεάζουν δυσανάλογα την επεξεργασία των επόμενων πληροφοριών.
Στη διατροφή, αυτό σημαίνει ότι αν κάποιος ξεκινήσει μια παρέμβαση επιβραβεύοντας τις υπάρχουσες προτιμήσεις του, μπορεί να δυσκολευτεί περισσότερο να τις αλλάξει αργότερα από κάποιον που ξεκινά αμέσως αμφισβητώντας τες. Για τον διαβήτη τύπου 2, όπου η συμμόρφωση σε μακροχρόνιες διατροφικές αλλαγές είναι κρίσιμη, αυτό έχει πρακτική σημασία.
Οι διατροφικές παρεμβάσεις θα μπορούσαν να είναι πιο αποτελεσματικές αν ξεκινούν αμφισβητώντας τις υπάρχουσες προτιμήσεις αντί να τις ενισχύουν, αν εστιάζουν στην προσθήκη νέων υγιεινών τροφών παρά στην αφαίρεση αγαπημένων και αν χρησιμοποιούν τεχνικές priming για να συνδέσουν υγιεινές τροφές με θετικά συναισθήματα.
Η μελέτη δεν λέει ότι η αλλαγή διατροφής είναι αδύνατη. Λέει ότι η δυσκολία δεν είναι μόνο θέληση ή γνώση, αλλά και συναισθηματική μάθηση. Οι προτιμήσεις για το φαγητό σχηματίζονται νωρίς, ενισχύονται από την εμπειρία και αντιστέκονται στην αλλαγή, αλλά μπορούν να επηρεαστούν από μικρές, στοχευμένες παρεμβάσεις. Αυτό είναι το σημείο όπου η έρευνα για τη μάθηση συναντά την κλινική πράξη και εξηγεί γιατί οι διαβητικοί συχνά βρίσκονται σε σύγχυση όταν ακούν αντικρουόμενες διατροφικές συστάσεις: το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποια διατροφή είναι «σωστή», αλλά και πώς ο εγκέφαλος μαθαίνει, διατηρεί και αλλάζει τις προτιμήσεις που καθορίζουν αν θα την ακολουθήσει.
Περισσότερες πληροφορίες: Alexandra Rich et al., Prior preferences interfere with the associative learning of food values, Communications Psychology (2026). DOI: 10.1038/s44271-026-00533-5.

























