ΙΝΩΔΟΛΥΤΙΚΑ – ΘΡΟΜΒΟΛΥΤΙΚΑ

Χρησιμοποιούνται για να διαλύσουν πρόσφατα σχηματισμένους θρόμβους, ενεργοποιώντας το πλασμινογόνο για να σχηματισθεί πλασμίνη, η οποία αποδομεί το ινώδες και διαλύει τους θρόμβους. Η αξία των ινωδολυτικών φαρμάκων στην αγωγή του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου (ΟΕΜ) είναι πλέον διεθνώς αποδεκτή.

Τα χρησιμοποιούμενα φάρμακα είναι οι ανασυνδυασμένοι ενεργοποιητές του πλασμινογόνου αλτεπλάση, ρετεπλάση και τενεκτεπλάση. Ο χρόνος χορήγησής τους ποικίλλει: η ρετεπλάση θα πρέπει να δοθεί εντός των πρώτων 12 ωρών μετά το ΟΕΜ και καλύτερα την 1η ώρα, η τενεκτεπλάση εντός των πρώτων 6 ωρών, η δε αλτεπλάση σε άλλοτε άλλο χρόνο ανάλογα με την ένδειξη.

Οι γνώσεις μας σχετικά με το ρόλο της θεραπείας της επικουρικής των θρομβολυτικών φαρμάκων δεν είναι πλήρης. Παρ’ όλα αυτά η χρήση ασπιρίνης σε συνδυασμό με στρεπτοκινάση έχει μειώσει τη θνητότητα, ενώ η άμεση χορήγηση ηπαρίνης μετά τη χορήγηση αλτεπλάσης κρίνεται απαραίτητη.

Ενδείξεις: Τα θρομβολυτικά φάρμακα ενδείκνυνται σε όλους τους ασθενείς με ΟΕΜ, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για τους οποίους αντενδείκνυται η χορήγησή τους. Η μεγάλη ηλικία από μόνη της δεν αποτελεί αντένδειξη για τη χορήγησή τους. έχει δειχθεί ότι το όφελος είναι μέγιστο σε ασθενείς με ΗΚΓ/κές μεταβολές που περιλαμβάνουν ανάσπαση του τμήματος ST (ιδίως σε πρόσθια εμφράγματα) και σε ασθενείς με αποκλεισμό σκέλους.

Ως συμπληρωματική θεραπεία με την αλτεπλάση, ρετεπλάση και τενεκτεπλάση χορηγείται ηπαρίνη για να αποτραπεί ο κίνδυνος επαναθρόμβωσης.

Η αγωγή με τα ινωδολυτικά θα πρέπει να γίνεται σε χώρους που διαθέτουν τα μέσα για την αντιμετώπιση μιας βαριάς αρρυθμίας που ενδέχεται να εμφανισθεί μετά την επαναιμάτωση του μυοκαρδίου.

Αντενδείξεις: Πρόσφατη αιμορραγία ή σοβαρός τραυματισμός ή χειρουργική επέμβαση ή τοκετός. Παρουσία βλαβών που κινδυνεύουν να αιμορραγήσουν (πεπτικό έλκος, πνευμονική φυματίωση, σπλαχνικός καρκίνος, πιθανό διαχωριστικό αορτής, κλπ). Αιμορραγική διάθεση, πρόσφατο εγκεφαλικό επεισόδιο. Βαριά υπέρταση, οξεία παγκρεατίτιδα, ηπατική ανεπάρκεια.

Σχετικές αντενδείξεις: Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, νεφρική ανεπάρκεια (συμβουλευθείτε και τις εγκεκριμένες οδηγίες χρήσης των προϊόντων).

Παρενέργειες: Ναυτία, έμετοι, αιμορραγίες στο σημείο της ένεσης, αλλά και σε άλλα σημεία. Αντιδράσεις υπερευαισθησίας που δεν υποχωρούν πάντοτε με αντιισταμινικά και κορτικοειδή. Σε σοβαρή αιμορραγία το φάρμακο διακόπτεται και χορηγούνται παράγοντες πήξης και αντιινωδολυτικά (π.χ. τρανεξαμικό οξύ).

Προσοχή στη χορήγηση: Να χορηγούνται μόνο σε Νοσοκομεία. Να αποφεύγονται οι μικροεπεμβάσεις για 10 ημέρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Κίνδυνος αιμορραγίας σε διάφορες επεμβάσεις ή χειρισμούς (καρδιοαναπνευστική ανάνηψη με πίεση του θώρακα, τοκετός). Σε κολπική μαρμαρυγή κίνδυνος διάλυσης των θρόμβων και κίνδυνος εμβολών. Σε σύγχρονη χορήγηση αντιπηκτικών.

Θρομβολυτικό φάρμακο μπορεί να χαρακτηρισθεί και η αντιθρομβίνη ΙΙΙ, η οποία χορηγείται σε θρομβοεμβολικά επεισόδια που οφείλονται σε ανεπάρκειά της.

ΔΡΑΣΤΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ

Αλτεπλάση. Η αλτεπλάση (alteplase) είναι ένας ανασυνδυασμένος ανθρώπινος ενεργοποιητής του ιστικού πλασμινογόνου, μία γλυκοπρωτεΐνη, που ενεργοποιεί το πλασμινογόνο κατ’ ευθείαν προς πλασμίνη. Χορηγούμενη ενδοφλεβίως η αλτεπλάση παραμένει στην κυκλοφορία σχετικά ανενεργή. Συνδεόμενη όμως με το ινώδες του θρόμβου ενεργοποιείται, προκαλώντας τη μετατροπή του πλασμινογόνου σε πλασμίνη που προκαλεί τη διάλυση του ινώδους του θρόμβου. Η αλτεπλάση έχει δειχθεί ότι ελαττώνει τη θνητότητα του ΟΕΜ όταν δίδεται ενδοφλεβίως τις πρώτες 12 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων.

Αντιθρομβίνη III. Η αντιθρομβίνη ΙΙΙ (antithrombin III), ανήκει στην οικογένεια της σερπίνης (ανασταλτή της πρωτεάσης της σερίνης). Είναι ένας από τους σημαντικότερους φυσικούς ανασταλτές της πήξης του αίματος.

Ρετεπλάση. Η ρετεπλάση (reteplase) είναι ένας ανασυνδυασμένος ενεργοποιητής του πλασμινογόνου, που καταλύει τη διάσπαση του ενδογενούς πλασμινογόνου προς πλασμίνη. Η λύση αυτή του πλασμινογόνου λαμβάνει χώρα, κατά προτίμηση, παρουσία ινώδους. Η πλασμίνη με τη σειρά της, διασπά το ινώδες, το οποίο αποτελεί το κύριο συστατικό της μήτρας του θρόμβου, ασκώντας κατ’αυτόν τον τρόπο τη θρομβολυτική της δράση.

Στρεπτοκινάση. Η στρεπτοκινάση (streptokinase) συνδέεται με το πλασμινογόνο και το προκύπτον σύμπλοκο μόριο μετατρέπει το μη συνδεδεμένο πλασμινογόνο σε ενεργό ένζυμο πλασμίνη με αποτέλεσμα την υδρόλυση των θρόμβων ινώδους, την αποδόμηση του ινωδογόνου και των παραγόντων πήξης V και VII.