Υπερκαπνία είναι η αύξηση της μερικής πίεσης του CO2 στο αίμα (PaCO2 > 45 mmHg) η οποία οφείλεται σε μειωμένο αερισμό ανά λεπτό. Αυτό εξαρτάται από δύο παράγοντες, τον αναπνεόμενο όγκο και την αναπνευστική συχνότητα. Η μεταβολή οποιουδήποτε από τους δύο παράγοντες συνεπάγεται υπερκαπνία. Επομένως να τονιστεί ότι δεν οφείλεται ποτέ σε υπερπαραγωγή CO2. O κυψελιδικός αερισμός είναι γινόμενο του αναπνεόμενου όγκου μείον του αερισμού του νεκρού χώρου επί την αναπνευστική συχνότητα, οπότε αυτό αποτελεί τον ακριβέστερο ορισμό του κυψελιδικού αερισμού.
«Νεκρός χώρος» είναι ο δαπανώμενος στους αμιγείς αεραγωγούς ή τις κυψελίδες που δεν αερίζονται. Ο καταλεπτός αερισμός ρυθμίζεται μέσω του κεντρικού χημοϋποδοχέως στον προμήκη, ενώ οι κεντρομόλες ίνες ρυθμίζουν τον αναπνεόμενο όγκο και τον αναπνευστικό ρυθμό.
Τα συμπτώματα και τα σημεία καθορίζονται κυρίως από τον ρυθμό αύξησης της PaCO2. Οξεία αύξηση αυτής οδηγεί σε αυξημένη ενδοκράνια πίεση που προκαλεί σύγχυση, λήθαργο, σπασμούς, πτερυγοειδή τρόμο μέχρι και κώμα. Σπανιότερα εμφανίζεται σε μεγάλη οξεία αύξηση (>100mmHg) οδηγώντας σε καρδιαγγειακή καταπληξία. Σε χρόνια αύξηση η κατάσταση γίνεται σταδιακά ανεκτή οπότε το σώμα προσαρμόζεται μέχρι ενός ορίου στα νέα δεδομένα. Η διάγνωση τίθεται από την μέτρηση της PaCO2 στα αέρια αίματος, αφού τεθεί η κλινική υποψία.
Αναλυτικότερα η υπερκαπνία εγκαθίσταται όταν:
- Η παραγωγή του CO2 αυξάνεται, χωρίς ανάλογη αύξηση του κυψελιδικού αερισμού.
- Ο κυψελιδικός αερισμός μειώνεται, χωρίς ανάλογη μείωση της παραγωγής CO2: Επί αυξήσεως του αναπνευστικού φορτίου, επί μειώσεως της κεντρικής αγωγής της αναπνοής και επί ανεπαρκούς λειτουργίας των αναπνευστικών μυών.
- Σε συνθήκες αποφράξεως αεραγωγών, ή μειωμένης πνευμονικής ελαστικότητας ή της ελαστικότητας του θωρακικού τοιχώματος ή της ελαστικότητας του κοιλιακού τοιχώματος το αναπνευστικό φορτίο θα αυξηθεί σημαντικά.
- Το αναπνευστικό σύστημα μπορεί να μην έχει αρκετή μυϊκή δύναμη ή εφεδρείες για να αντιρροπήσει το αυξημένο αναπνευστικό φορτίο κι έτσι, να οδηγηθεί σε ανεπαρκή αερισμό, με επακόλουθο αύξηση της PaCO2.
Αιτίες
- Καταστολή Κεντρικού Νευρικού Συστήματος: ατομικές διαταραχές, κατασταλτικά φάρμακα, ηρεμιστικά, αναισθητικά, οπιοειδή, τοξίνες (τέτανος).
- Παθήσεις του θωρακικού κλωβού: κυφοσκολίωση, νοσογόνος παχυσαρκία.
- Νευρομυϊκές διαταραχές: μυασθένεια Gravis, συνδρομο Guillain Barré, νευρομυϊκές τοξίνες, αλαντίαση.
- Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια.
- Στις καταστάσεις όπου αυξάνει η παραγωγή του CO2 όπως στην αυξημένη μυϊκή δραστηριότητα (σπασμοί, ρίγη), στην αύξηση του μεταβολισμού ( πυρετός, σήψη, κόπωση) και στη χρήση διαφόρων ουσιών (υψηλή συγκέντρωση υδατανθράκων, παρεντερική διατροφή κλπ) ο οργανισμός αντιρροπεί το φαινόμενο με ανάλογη αύξηση του αερισμού.
Ωστόσο αν ο κυψελιδικός αερισμός μειωθεί θα επέλθει υπερκαπνία. Αυτό συμβαίνει όταν:
- Μειώνεται ο αναπνεόμενος όγκος, όπως συμβαίνει σε νευρομυϊκές παθήσεις, νοσήματα του θωρακικού τοιχώματος, του κολλαγόνου, αποφρακτικές πνευμονοπάθειες κλπ.
- Μειώνεται η συχνότητα αναπνοής, χωρίς ανάλογη αύξηση του αναπνεόμενου όγκου, όπως συμβαίνει επί κεντρικής καταστολής (φαρμακευτικής, τραυματικής ή νεοπλασματικής αιτιολογίας
- Αυξάνεται ο νεκρός χώρος, όπως συμβαίνει σε καταστάσεις με διαταραχές αερισμού / αιματώσεως, κατά τις οποίες αυξάνονται οι περιοχές που αερίζονται, αλλά δεν αιματώνονται, δηλαδή σε καταστάσεις με αύξηση του φυσιολογικού νεκρού χώρου. Η αύξηση του αερισμού του νεκρού χώρου, που συνεπάγεται σχετική μείωση του κυψελιδικού αερισμού, μπορεί να παρατηρηθεί ακόμη και σε καταστάσεις με αύξηση του ολικού –κατά λεπτό- πνευμονικού αερισμού, όπως συμβαίνει σε περιπτώσεις παροξύνσεως χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας.
- Κόπωση αναπνευστικών μυών. Η υπερκαπνική αναπνευστική ανεπάρκεια έχει συσχετισθεί με την κόπωση των εισπνευστικών μυών, ιδίως του διαφράγματος. Πιθανολογείται ότι η κατακράτηση CO2 παρατηρείται όταν οι εισπνευστικοί μύες έχουν χάσει της ικανότητα ισχυρής συσπάσεως (ή και διατηρήσεως της συσπάσεως επί το αναγκαίο χρονικό διάστημα), για την επιτέλεση του απαιτούμενου για τις μεταβολικές ανάγκες αερισμού. Επί του παρόντος δεν είναι δυνατή η αναγνώριση του βαθμού, στον οποίο η κόπωση των εισπνευτικών μυών ευθύνεται για την κατακράτηση CO2
- Ανομοιότητα αερισμού/αιματώσεως. Ανάλογα με την έκτασή της, η ανομοιότητα αερισμού / αιματώσεως μπορεί να απολήξει στην εγκατάσταση υπερκαπνίας, εφ’ όσον το απομακρυνόμενο από περιοχές χαμηλού V̇/Q̇ αίμα θα εμπεριέχει χαμηλή ΡaO2 και υψηλή ΡaCO2.
Θεραπεία
Ο ασθενής τίθεται σε εντατική θεραπεία, ενώ καταβάλλονται προσπάθειες εντοπίσεως των αιτίων της υπερκαπνίας. Πρώιμη ταυτοποίηση της αιτιολογίας διευκολύνει την εφαρμογή βέλτιστης θεραπείας.
Π.χ., ο ασθενής με καταστολή του αναπνευστικού, λήψη φαρμάκων και μεταβολή της συνειδήσεως, μπορεί να έχει λάβει υπερβολικές δόσεις ηρωίνης, οπότε μπορεί να απαντήσει στη χορήγηση ναλοξόνης ενώ ένας ασθενής με μυατροφική πλαγία σκλήρυνση θα απαντήσει μόνο στην εφαρμογή μηχανικού αερισμού.
Πρέπει να χορηγηθεί οξυγόνο σε κάθε ασθενή με διαταραχές αναπνοής και δεν πρέπει να αποσύρεται από φόβο μήπως μειωθεί η αναπνευστική αγωγή.
Η υποξαιμία θα προκαλέσει δραματικές συνέπειες στον ασθενή ενώ μόνο η ακραία υπερκπανία είναι στον ίδιο βαθμό επικίνδυνη.
Η χορήγηση BiPAP ή CPAP χρησιμοποιούνται για την αύξηση του αναπνεόμενου όγκου και, έτσι, του κατά λεπτού αερισμού. Εντούτοις, επί έκδηλης υποξαιμίας ή αδυναμίας ελέγχου των αεραγωγών, ο ασθενής πρέπει να διασωληνωθεί και να υποβληθεί σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής.
Κρομμύδας Μ. Γεώργιος MD, PhD
Πνευμονολόγος
Γ΄Παν/κή Κλινική, Ογκολογική Μονάδα
ΓΝΝΘΑ ¨Η ΣΩΤΗΡΙΑ¨
Ιδιωτικό Ιατρείο
Δημοκρίτου 14-16 Ηλιούπολη, Αθήνα
Τηλ. 2109937240
























