Αρτηριακή πίεση: Ποιες είναι οι φυσιολογικές τιμές;

Η αρτηριακή υπέρταση είναι η κατάσταση κατά την οποία η πίεση του αίματος στα τοιχώματα των αρτηριών παραμένει χρόνια αυξημένη. Το κατώφλι πέρα από το οποίο χαρακτηρίζεται ως υπέρταση έχει μεταβληθεί σημαντικά με την πάροδο των ετών, αντανακλώντας την εξέλιξη της κλινικής έρευνας.

Σύμφωνα με τις τρέχουσες ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας (ESC 2023), υπέρταση ορίζεται η συστολική πίεση ≥140 mmHg και/ή διαστολική ≥90 mmHg, μετά από επανειλημμένες μετρήσεις. Ωστόσο, οι αμερικανικές οδηγίες (ACC/AHA, 2017) υιοθέτησαν αυστηρότερο όριο, θέτοντας ως υπέρταση σταδίου 1 τα επίπεδα ≥130/80 mmHg, μια αλλαγή που αύξησε δραματικά τον αριθμό των ατόμων που εμπίπτουν στη διάγνωση -πάνω από 100 εκατομμύρια Αμερικανοί πληρούν πλέον τα κριτήρια.

Ταξινόμηση Αρτηριακής Πίεσης (ESC 2023)
Βέλτιστη: <120/<80 mmHg |
Φυσιολογική: 120–129 / 80–84 mmHg |
Υψηλή-φυσιολογική: 130–139 / 85–89 mmHg |
Υπέρταση Σταδίου 1: 140–159 / 90–99 mmHg |
Υπέρταση Σταδίου 2: 160–179 / 100–109 mmHg |
Υπέρταση Σταδίου 3: ≥180 / ≥110 mmHg |
Μεμονωμένη συστολική υπέρταση: ≥140 / <90 mmHg

Η αναγνώριση της υπέρτασης ως νοσολογικής οντότητας ξεκίνησε από τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η δυνατότητα μέτρησης της αρτηριακής πίεσης με σφυγμομανόμετρο έγινε κλινικά διαθέσιμη -ο Riva Rocci είχε εφεύρει το πρώτο πνευματικό σφυγμομανόμετρο ήδη από το 1896. Στη δεκαετία του 1950, η υπέρταση άνω των 210/100 mmHg θεωρούνταν «ήπια» και συχνά αντιμετωπιζόταν με ξεκούραση και δίαιτα. Τη δεκαετία του 1970 το όριο είχε ήδη κατέβει στα 160/95 mmHg, ενώ η κλινική μελέτη VA Cooperative Study (1967–1970) ήταν η πρώτη τυχαιοποιημένη μελέτη που έδειξε ότι η θεραπεία της υπέρτασης μειώνει σημαντικά τα εγκεφαλικά επεισόδια και την καρδιακή ανεπάρκεια.

Η σταδιακή μείωση των φυσιολογικών ορίων αντανακλά τη συσσωρευμένη γνώση ότι ακόμα και μέτριες αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης αυξάνουν σημαντικά τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Μεγάλες μετα-αναλύσεις έχουν δείξει ότι για κάθε αύξηση 20 mmHg στη συστολική ή 10 mmHg στη διαστολική, ο κίνδυνος θανάτου από καρδιαγγειακά νοσήματα διπλασιάζεται. Αυτή η σχέση αρχίζει να ισχύει από συστολικές τιμές τόσο χαμηλές όσο 115 mmHg.

Η αρτηριακή υπέρταση είναι το συχνότερο χρόνιο νόσημα παγκοσμίως, επηρεάζοντας περίπου 1,28 δισεκατομμύρια ανθρώπους σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα του ΠΟΥ. Ο αριθμός αυτός αναμένεται να αυξηθεί κατά 15–20% έως το 2025, κυρίως λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της επιδημίας παχυσαρκίας. Η επίπτωση αυξάνεται δραματικά με την ηλικία -το 60% των ατόμων ηλικίας 60 ετών και άνω πάσχουν από υπέρταση, ενώ μετά τα 75 το ποσοστό ξεπερνά το 75%.

Στην Ελλάδα, εκτιμάται ότι το 25–30% του ενήλικου πληθυσμού -περίπου 2,5 εκατομμύρια άνθρωποι- είναι υπερτασικοί. Ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι από αυτούς, σχεδόν οι μισοί αγνοούν την πάθησή τους. Η χώρα μας βρίσκεται στη δεύτερη θέση στην Ευρώπη σε επίπεδο επιστημονικής έρευνας για την υπέρταση, με σημαντικές συμβολές στη διεθνή βιβλιογραφία.

Επιπτώσεις

Η υπέρταση ευθύνεται για το 67% των εμφραγμάτων, το 77% των εγκεφαλικών επεισοδίων, το 74% των περιπτώσεων καρδιακής ανεπάρκειας, ενώ αποτελεί τη δεύτερη συχνότερη αιτία νεφρικής ανεπάρκειας τελικού σταδίου (μετά τον σακχαρώδη διαβήτη). Οι βλάβες δεν περιορίζονται όμως στην καρδιά και τους νεφρούς.

Καρδιαγγειακές επιπλοκές: Η χρόνια πίεση των αγγείων οδηγεί σε υπερτροφία του αριστερού κόλπου και κοιλίας, διαστολική δυσλειτουργία, κολπική μαρμαρυγή (ο κίνδυνος διπλασιάζεται), στεφανιαία νόσο και αορτικό ανεύρυσμα. Η υπέρταση επιταχύνει σημαντικά την αθηροσκλήρωση – η ροή αίματος υπό αυξημένη πίεση προκαλεί χρόνιο μηχανικό τραυματισμό στο ενδοθήλιο, ο οποίος σε συνδυασμό με τη φλεγμονή ευνοεί την εναπόθεση λιπωδών πλακών.

Νεφρολογικές επιπλοκές: Η υπερτασική νεφροπάθεια είναι αποτέλεσμα βλάβης των μικρών αγγείων του νεφρού (υαλώδης αρτηριολοσκλήρωση). Αρχικά εμφανίζεται μικροαλβουμινουρία, η οποία αποτελεί και ανεξάρτητο καρδιαγγειακό παράγοντα κινδύνου. Χωρίς θεραπεία, η νεφρική λειτουργία επιδεινώνεται σταδιακά, μέχρι να καταλήξει σε νεφρική ανεπάρκεια. Αντίθετα, η νεφρική βλάβη μπορεί με τη σειρά της να επιδεινώσει την υπέρταση -ένας «φαύλος κύκλος» που απαιτεί συντονισμένη αντιμετώπιση.

Νευρολογικές επιπλοκές: Πέρα από τα εγκεφαλικά επεισόδια, τόσο ισχαιμικά (η υπέρταση τριπλασιάζει τον κίνδυνο) όσο και αιμορραγικά, η χρόνια υπέρταση επιδεινώνει τη νευροαγγειακή λειτουργία και σχετίζεται με αγγειακή άνοια και νόσο Alzheimer. Μελέτες απεικόνισης δείχνουν ότι ασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση εμφανίζουν ταχύτερη συρρίκνωση του ιπποκάμπου και μείωση της γνωστικής λειτουργίας.

Οφθαλμολογικές επιπλοκές: Η υπερτασική αμφιβληστροειδοπάθεια -βλάβη των αγγείων του αμφιβληστροειδούς- μπορεί να οδηγήσει σε οπτική απώλεια. Η βυθοσκόπηση παρέχει ένα «παράθυρο» για την εκτίμηση της αγγειακής βλάβης συνολικά, αφού οι αλλαγές στα αγγεία του αμφιβληστροειδούς αντικατοπτρίζουν εκείνες σε ολόκληρο τον οργανισμό.

Διάγνωση

Η διάγνωση δεν τίθεται ποτέ από μία και μόνη μέτρηση. Απαιτούνται τουλάχιστον δύο μετρήσεις σε τουλάχιστον δύο χωριστές επισκέψεις, ή εναλλακτικά επιβεβαίωση με 24ωρη καταγραφή ή αυτομέτρηση στο σπίτι. Η υπέρταση της άσπρης μπλούζας -αύξηση της πίεσης αποκλειστικά στο ιατρείο- ανευρίσκεται στο 15–30% των ασθενών και ενδέχεται να μην απαιτεί φαρμακευτική αγωγή, ενώ η «κρυφή υπέρταση» (φυσιολογικές τιμές στο ιατρείο και παθολογικές στο σπίτι) έχει εξίσου δυσμενή καρδιαγγειακή πρόγνωση με την «κλασική» υπέρταση.

Οι περισσότεροι άνθρωποι αποδίδουν λανθασμένα ορισμένα συμπτώματα όπως ζαλάδα, ρινορραγία και «βαρύ κεφάλι» στην υπέρταση. Στην πραγματικότητα, η υπέρταση είναι σχεδόν πάντα ασυμπτωματική -εξ ου και το προσωνύμιό της «σιωπηλός δολοφόνος». Η ζάλη ή ο πονοκέφαλος που συνοδεύονται από παροδική αύξηση της πίεσης μπορεί να οφείλονται στο στρες ή στον πόνο, χωρίς ο ίδιος ο πόνος να προκαλείται από την υπέρταση- εκτός από την υπερτασική κρίση (>180/120 mmHg με οργανική βλάβη).

Άλλος συχνός μύθος είναι η πεποίθηση ότι «αν αισθάνομαι καλά, η πίεσή μου είναι καλή». Η συντριπτική πλειονότητα των υπερτασικών δεν έχουν κανένα σύμπτωμα μέχρι να εμφανιστεί ένα καρδιαγγειακό συμβάν. Επίσης λανθασμένη είναι η αντίληψη ότι η υπέρταση είναι «φυσιολογική» μετά τα 60 -δεν είναι φυσιολογική, είναι απλώς συχνή.

Οικονομικά, το κόστος της υπέρτασης είναι τεράστιο. Μόνο στις ΗΠΑ, το ετήσιο κόστος των επιπλοκών της ξεπερνά τα 131 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση εκτιμάται ότι αντιστοιχεί στο 3-4% του συνολικού προϋπολογισμού υγείας.

Δείτε επίσης