Διατροφή και ασθένειες: Από το «ξέρω» στο «κάνω»

Το παρακάτω κείμενο έχει γραφτεί από ΑΙ και συγκεκριμένα από το Claude.

Ο άνθρωπος δεν κάνει όσα ξέρει, και αυτό είναι πολύ πιο παλιό από τις δίαιτες. Ο Αριστοτέλης το έγραψε στα Ηθικά Νικομάχεια, όταν είπε ότι οι πολλοί καταφεύγουν στον λόγο και νομίζουν ότι έτσι θα γίνουν καλοί, και μοιάζουν με τους αρρώστους που ακούνε προσεκτικά τους γιατρούς και δεν κάνουν τίποτε από όσα τους ζητούν (1105b, το ελληνικό κείμενο). Πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, οι ψυχολόγοι το μέτρησαν.

Ο Paschal Sheeran συγκέντρωσε 10 προηγούμενες μετα-αναλύσεις με 422 μελέτες και βρήκε ότι οι προθέσεις μας εξηγούν κατά μέσο όρο μόλις το 28% της συμπεριφοράς μας (Sheeran 2002, όπως το παρουσιάζει το NCI). Το πιο ενδιαφέρον είναι ποιοι δημιουργούν αυτό το κενό. Δεν είναι εκείνοι που κάνουν κάτι χωρίς να το σκοπεύουν, αλλά εκείνοι που το θέλουν, το δηλώνουν και δεν το κάνουν, οι «inclined abstainers» όπως τους ονόμασαν οι Orbell και Sheeran (Sheeran & Webb 2016).

Στην ιατρική το κενό φαίνεται καθαρά. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, στις ανεπτυγμένες χώρες η τήρηση της θεραπείας από ασθενείς με χρόνιες νόσους έχει μέσο όρο μόλις 50% (ΠΟΥ 2003). Δεν φταίνε όμως μόνο οι ασθενείς. Το πλύσιμο των χεριών θεωρείται το πιο αποτελεσματικό μέτρο για την πρόληψη των νοσοκομειακών λοιμώξεων, και στις παρατηρήσεις σε νοσοκομεία ο μέσος όρος πριν από κάθε παρέμβαση είναι περίπου 40%, με τις επιμέρους μελέτες να κυμαίνονται από 5% έως 81% (Pittet). Μια μελέτη σε νοσοκομείο του Σουδάν βρήκε ότι οι περισσότεροι εργαζόμενοι γνωρίζουν τη σημασία του πλυσίματος, και παρ’ όλα αυτά η τήρηση παραμένει χαμηλή (Sudan Medical Monitor 2011).

Στη διατροφή η εικόνα είναι ίδια. Μια συστηματική ανασκόπηση 29 μελετών βρήκε ότι οι περισσότερες (65,5%) έδειχναν θετική αλλά αδύναμη σχέση, με συντελεστή συσχέτισης κάτω από 0,5, ανάμεσα στη γνώση για τη διατροφή και σε ό,τι τρώμε πραγματικά (Spronk et al. 2014). Όταν η Νέα Υόρκη υποχρέωσε τις αλυσίδες fast food να γράφουν τις θερμίδες στα μενού, οι ερευνητές συγκέντρωσαν αποδείξεις και απαντήσεις από 1.156 ενήλικες, τις σύγκριναν με δείγμα από το Νιούαρκ, και βρήκαν ότι το 27,7% όσων είδαν τις ετικέτες δήλωσε πως επηρεάστηκε, χωρίς να ανιχνευθεί αλλαγή στις θερμίδες που αγοράστηκαν (Elbel et al. 2009).

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι δεν ξέρουμε. Κάτι ανάμεσα στο ξέρω και στο κάνω δεν δουλεύει.

Τρία Nobel για έναν νου που δεν είναι αριθμομηχανή

Η απόσταση ανάμεσα στο ξέρω και στο κάνω απασχόλησε τόσο την επιστήμη, ώστε τουλάχιστον τρία βραβεία Nobel Οικονομίας δόθηκαν σε ανθρώπους που μελέτησαν πώς αποφασίζει πραγματικά ο άνθρωπος και όχι πώς θα έπρεπε να αποφασίζει. Το 1978 τιμήθηκε ο Herbert Simon για το έργο του πάνω στη λήψη αποφάσεων, το 2002 ο ψυχολόγος Daniel Kahneman, που μοιράστηκε το βραβείο με τον Vernon Smith και είχε δουλέψει με τον Amos Tversky πάνω στη θεωρία των προοπτικών, και το 2017 ο Richard Thaler (λίστα βραβευμένων της Riksbank, άρθρο στο Compendium για τους τρεις, Behavioral Scientist για τον Thaler ως τρίτο).

Η απονομή στον Thaler λέει καθαρά τι ακριβώς βραβεύτηκε, αφού αφορά τη μελέτη των συνεπειών της «limited rationality, social preferences, and lack of self-control» στις ατομικές αποφάσεις και στις αγορές (Times Higher Education). Το NBER προσθέτει, στην ανακοίνωσή του για τον Thaler, ότι τα ανθρώπινα αυτά χαρακτηριστικά επηρεάζουν συστηματικά τις ατομικές αποφάσεις και τα αποτελέσματα των αγορών (NBER). Το κοινό σημείο των τριών είναι ότι ο νους δεν λειτουργεί σαν αριθμομηχανή, γιατί έχει όρια στη λογική του και στον αυτοέλεγχό του, και τα όρια αυτά είναι σταθερά και όχι τυχαία. Όταν οι δημοσιογράφοι ρώτησαν τον Thaler τι θα κάνει με τα χρήματα του βραβείου, απάντησε ότι θα προσπαθήσει να τα ξοδέψει “as irrationally as possible” (Decision Science News).

Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι κάτι πρακτικό, ότι τα όρια που είναι σταθερά μπορούν να υπολογιστούν, και όποιος τα υπολογίσει μπορεί να στήσει τη ζωή του γύρω τους αντί να παλεύει μαζί τους. Οι επόμενες ενότητες δείχνουν πού ακριβώς εμφανίζονται στο πιάτο μας.

Αποφασίζουμε χορτάτοι και τρώμε νηστικοί

Ο πρώτος μηχανισμός είναι ότι αυτός που αποφασίζει και αυτός που εκτελεί βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση. Ο George Loewenstein το ονόμασε hot-cold empathy gap, δηλαδή τη δυσκολία να φανταστούμε πόσο θα μας κυβερνήσουν η πείνα, ο πόνος ή η επιθυμία όταν δεν τα νιώθουμε εκείνη τη στιγμή, και το περιέγραψε το 1996 στην εργασία Out of control, visceral influences on behavior (όπως παραπέμπεται στη μελέτη των Read και van Leeuwen).

Η πιο καθαρή απόδειξη στο φαγητό είναι ένα πείραμα των Daniel Read και Barbara van Leeuwen. Ζήτησαν από ανθρώπους να διαλέξουν ανάμεσα σε φρούτο και σε junk food για το σνακ που θα έπαιρναν μία βδομάδα αργότερα, άλλους αμέσως μετά το μεσημεριανό, όταν ήταν χορτάτοι, και άλλους αργά το απόγευμα, όταν ήταν πεινασμένοι. Όσοι ήταν πεινασμένοι τη στιγμή της επιλογής διάλεξαν περισσότερο junk food, παρότι το σνακ δεν θα το έτρωγαν παρά μετά από μία βδομάδα. Και όταν ήρθε η ώρα, όλοι διάλεξαν πολύ περισσότερο junk food απ’ όσο είχαν επιλέξει εκ των προτέρων (Read & van Leeuwen 1998).

Η λαϊκή σοφία λέει ότι το νηστικό αρκούδι δεν χορεύει. Το πείραμα προσθέτει το άλλο μισό, ότι το χορτάτο αρκούδι υπόσχεται εύκολα πως θα χορέψει αύριο. Το ίδιο φαίνεται και στο σούπερ μάρκετ, όπου οι Katherine Milkman, Todd Rogers και Max Bazerman μελέτησαν τις παραγγελίες ενός διαδικτυακού καταστήματος τροφίμων και βρήκαν ότι όσο μεγαλύτερο ήταν το διάστημα ανάμεσα στην παραγγελία και στην παράδοση, τόσο μεγαλύτερο ήταν το ποσοστό των υγιεινών προϊόντων στο καλάθι (Peru Retail, Wharton, η δημοσίευση). Ο τίτλος της δημοσίευσης το συνοψίζει, «I’ll have the ice cream soon and the vegetables later».

Ο Οδυσσέας το είχε καταλάβει πριν από την ψυχολογία. Η Κίρκη τον είχε προειδοποιήσει για το τραγούδι των Σειρήνων και εκείνος δεν στηρίχτηκε στη θέλησή του, έβαλε τους ναύτες να βουλώσουν τα αυτιά τους με κερί και ζήτησε να τον δέσουν στον ιστό του πλοίου, με εντολή να μην τον λύσουν όσο κι αν παρακαλεί (Οδύσσεια, ραψωδία μ). Ήξερε ότι ο Οδυσσέας που θα άκουγε το τραγούδι δεν θα ήταν ο ίδιος με τον Οδυσσέα που σχεδίαζε το ταξίδι, και έδεσε τον πρώτο με τις αποφάσεις του δεύτερου. Οι δικές μας Σειρήνες έχουν συνήθως τη μορφή του ντουλαπιού της κουζίνας στις εννιά το βράδυ, και το πιο χρήσιμο που μπορείς να κάνεις για τη διατροφή σου γίνεται όταν δεν πεινάς.

Ο εαυτός του μέλλοντος είναι ξένος

Ο δεύτερος μηχανισμός είναι ότι ο εαυτός του μέλλοντος μοιάζει με ξένο, και του αναθέτουμε εύκολα δουλειές που δεν θα κάναμε σήμερα. Το «από Δευτέρα» είναι η συντομότερη μορφή αυτού του συμβιβασμού. Ο Thaler μαζί με τον Hersh Shefrin εξηγούσαν ήδη από το 1981 γιατί τα νοικοκυριά δεν έχουν τον αυτοέλεγχο να περιορίσουν την τωρινή κατανάλωση υπέρ της μελλοντικής (εισαγωγή του άρθρου των Thaler και Benartzi).

Στο πρόβλημα αυτό ο Thaler και ο Shlomo Benartzi δεν απάντησαν με έκκληση στη θέληση. Σχεδίασαν ένα πρόγραμμα, το Save More Tomorrow, όπου ο εργαζόμενος δεσμεύεται σήμερα ότι ένα μέρος από τις μελλοντικές αυξήσεις του μισθού του θα πηγαίνει στη σύνταξη, και από εκεί και πέρα το ποσοστό ανεβαίνει μόνο του με κάθε προγραμματισμένη αύξηση (Thaler & Benartzi 2004, περιγραφή του προγράμματος). Στην πρώτη εφαρμογή, σε μια μεσαία βιομηχανική επιχείρηση, το 78% όσων τους προτάθηκε μπήκε στο πρόγραμμα, το 80% από αυτούς έμεινε μέχρι και την τέταρτη αύξηση, και ο μέσος ρυθμός αποταμίευσης των συμμετεχόντων ανέβηκε από 3,5% σε 13,6% μέσα σε 40 μήνες (Chicago Booth, Professional Pensions). Η απόφαση παίρνεται μία φορά, όσο ο εργαζόμενος δεν νιώθει ακόμη τη στέρηση, και μετά δουλεύει μόνη της.

Η διατροφή δεν έχει αυξήσεις μισθού, έχει όμως δικές της προγραμματισμένες στιγμές, τις αγορές της εβδομάδας και το πρώτο ράφι του ψυγείου, και εκεί μπορεί να παρθεί μία απόφαση που δεν θα χρειαστεί να ξαναπαρθεί. Αυτό που την ξεχωρίζει από μια νέα δίαιτα είναι ότι δεν ζητά από τον εαυτό του μέλλοντος να γίνει καλύτερος, του αφήνει απλώς λιγότερες αποφάσεις.

Όταν δεν αλλάζει η πράξη, αλλάζει η γνώμη

Ο τρίτος μηχανισμός είναι ο πιο ύπουλος, γιατί δουλεύει χωρίς να τον καταλαβαίνουμε. Όταν η πράξη μας δεν αλλάζει, ο νους βρίσκει ευκολότερο να αλλάξει τη γνώμη παρά την πράξη. Ο Leon Festinger το ονόμασε γνωστική ασυμφωνία (cognitive dissonance), και οι μελέτες για τους καπνιστές το δείχνουν με σαφήνεια.

Οι Gibbons και οι συνεργάτες του παρακολούθησαν καπνιστές πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από κλινικές διακοπής του καπνίσματος. Όσοι υποτροπίασαν έβλεπαν μικρότερο κίνδυνο στο κάπνισμα μετά την υποτροπή τους, και η μείωση αυτή συνδεόταν με τη διατήρηση της αυτοεκτίμησής τους (Gibbons et al. 1997). Σε μια μελέτη στην Αυστραλία, καπνιστές, μη καπνιστές και πρώην καπνιστές δεν διέφεραν στη γνώση τους για τις συνέπειες του καπνίσματος, αλλά οι καπνιστές υιοθετούσαν σημαντικά περισσότερες δικαιολογίες και στρεβλώσεις της λογικής (Addictive Behaviors 1991). Και σε μια μελέτη που παρακολούθησε καπνιστές σε τρία κύματα, όσοι προσπάθησαν να το κόψουν και υποτροπίασαν γύρισαν πάλι στις δικαιολογίες για το κάπνισμα (Tobacco Control 2013).

Τα ευρήματα αφορούν καπνιστές, αλλά ο μηχανισμός είναι γενικός και ο καθένας μπορεί να τον αναγνωρίσει στη διατροφή του, όταν λέει «ο παππούς μου έτρωγε τα ίδια και έζησε ενενήντα χρόνια» ή «ένα γλυκό δεν έκανε ποτέ κακό σε κανέναν». Αυτό αλλάζει τον τρόπο που βλέπουμε την αδιαφορία. Ο αδιάφορος δεν είναι πάντοτε αυτός που δεν ξέρει ή δεν νοιάζεται, μπορεί να είναι και αυτός που προστατεύει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του από μια γνώση που τον πονά, και είναι εύλογο ότι κάποιος που έχει αποτύχει τρεις φορές στη δίαιτα θα βρει εύκολα λόγους να πιστέψει ότι το βάρος του δεν έχει και τόση σημασία. Γι’ αυτό, πριν χαρακτηρίσει κανείς κάποιον αδιάφορο, ή τον εαυτό του πριν από μερικά χρόνια, αξίζει να ρωτήσει πόσες προσπάθειες έχουν προηγηθεί.

Οι κανόνες που γυρίζουν μπούμερανγκ

Η δίαιτα έχει και δικούς της μηχανισμούς, και ο γνωστότερος προέκυψε από ένα πείραμα με παγωτό. Το 1975 οι Peter Herman και Deborah Mack ζήτησαν από ανθρώπους να δοκιμάσουν παγωτά, με πρόσχημα μια γευστική δοκιμή, αφού πρώτα είχαν πιει ένα ή δύο milkshakes ή κανένα. Όσοι δεν έλεγχαν το φαγητό τους έφαγαν λιγότερο παγωτό μετά το milkshake, όπως θα περίμενε κανείς. Όσοι το έλεγχαν συστηματικά, οι «restrained eaters», έφαγαν περίπου 66% περισσότερο από όσο όταν δεν είχαν πιει milkshake, ενώ οι υπόλοιποι έφαγαν περίπου 47% λιγότερο (Ingestive Classics, SSIB).

Η Janet Polivy, που ονόμασε το φαινόμενο what-the-hell effect, το περιγράφει ως τη σκέψη «τι στο καλό, η δίαιτά μου έσπασε ήδη, ας φάω ό,τι βρω» (Πανεπιστήμιο της Alberta). Το πιο αποκαλυπτικό είναι ότι μετράει η πεποίθηση και όχι το φαγητό, αφού οι άνθρωποι που κάνουν δίαιτα τρώνε περισσότερο όταν πιστεύουν ότι έσπασαν τη δίαιτα, ακόμη κι αν αυτό που έφαγαν δεν ήταν υψηλής θερμιδικής αξίας (APS).

Η ίδια η Polivy, με τον Herman, περιέγραψε και το σύνδρομο της ψεύτικης ελπίδας (false hope syndrome). Οι άνθρωποι επιμένουν σε επαναλαμβανόμενες απόπειρες αλλαγής παρά τις αποτυχίες, επειδή οι πρώτες μέρες δίνουν αίσθημα ελέγχου και αισιοδοξίας, και επειδή οι μη ρεαλιστικές προσδοκίες για την ευκολία, την ταχύτητα και τα οφέλη της αλλαγής μπορούν να καλύψουν τη μνήμη των προηγούμενων αποτυχιών (περίληψη της Polivy 2001, όπως παρατίθεται εδώ).

Οι δύο μηχανισμοί δένουν μεταξύ τους. Η αποτυχία δεν σκοτώνει την επόμενη προσπάθεια, την τροφοδοτεί, και η επόμενη προσπάθεια ξεκινά συχνά με τους ίδιους κανόνες που έσπασαν και την προηγούμενη. Όταν γλιστρήσεις λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι αν χάλασε η δίαιτα, είναι τι θα φας στο επόμενο γεύμα.

Γιατί κάποιοι κάνουν αμέσως και άλλοι όχι

Δεν έχει αποδειχθεί κάποιος νόμος που να λέει ποιος θα αναλάβει δράση και πότε. Υπάρχουν όμως μοτίβα που επαναλαμβάνονται, και δείχνουν ότι η διαφορά ανάμεσα σε όποιον διαβάζει και εφαρμόζει αμέσως και σε όποιον μένει αδιάφορος δεν χρειάζεται να είναι διαφορά χαρακτήρα, μπορεί να είναι διαφορά στιγμής.

Το γνωστότερο μοντέλο, των Prochaska και DiClemente, χωρίζει όσους αλλάζουν συνήθεια σε πέντε στάδια, από την προ-στοχασμού (precontemplation), όπου κανείς δεν σκέφτεται ακόμη την αλλαγή, μέχρι τη διατήρηση (maintenance) (περιγραφή του μοντέλου). Ως περιγραφή ταιριάζει, γιατί ο αδιάφορος βρίσκεται απλώς πιο πίσω στον δρόμο. Ως εργαλείο όμως δεν έχει δείξει πλεονέκτημα, αφού η ανασκόπηση Cochrane των Cahill, Lancaster και Green βρήκε ότι τα προγράμματα διακοπής του καπνίσματος που προσαρμόζονται στο στάδιο του καθενός δεν ήταν ούτε πιο ούτε λιγότερο αποτελεσματικά από τα γενικά (Cochrane 2010).

Τι μετακινεί λοιπόν έναν άνθρωπο; Οι McBride, Emmons και Lipkus περιέγραψαν το teachable moment, δηλαδή τα φυσικά γεγονότα υγείας που πιστεύεται ότι ωθούν τους ανθρώπους να υιοθετήσουν από μόνοι τους συμπεριφορές που μειώνουν τον κίνδυνο (McBride et al. 2003). Η δύναμή τους στηρίζεται, σύμφωνα με το πλαίσιο αυτό, σε τρία πράγματα, στην αντίληψη του κινδύνου, στο συναίσθημα και στην εικόνα που έχει ο άνθρωπος για τον εαυτό του (περιγραφή του πλαισίου). Σε μια μελέτη παρατήρησης, συγγενείς ασθενών με πρόσφατη διάγνωση καρκίνου ήταν σημαντικά πιθανότερο να γραφτούν σε πρόγραμμα διακοπής του καπνίσματος απ’ ό,τι συγγενείς ασθενών ορθοπεδικής κλινικής (PMC3676691). Η διάγνωση ήταν του άλλου, αλλά φαίνεται ότι ο κίνδυνος έγινε δικός τους.

Αυτό ταιριάζει με την παρατήρηση του Weinstein (1980), ότι οι άνθρωποι βάζουν τον εαυτό τους κάτω από τον μέσο όρο στους κινδύνους, και με την ένδειξη ότι αυτή η αισιοδοξία αντέχει σε παρεμβάσεις που σχεδιάστηκαν για να τη μειώσουν (Weinstein 1980, Shepperd et al.). Ο κίνδυνος μένει των άλλων μέχρι να γίνει δικός μας, και τότε, συχνά, η γνώση αποκτά βάρος.

Υπάρχουν και στιγμές που τις φτιάχνει το ημερολόγιο. Οι Hengchen Dai, Katherine Milkman και Jason Riis έδειξαν σε τρεις μελέτες με αρχειακά δεδομένα ότι οι αναζητήσεις της λέξης «diet» στο Google, οι επισκέψεις σε γυμναστήριο και οι δεσμεύσεις για στόχους αυξάνονται μετά από χρονικά ορόσημα, όπως η αρχή της εβδομάδας, του μήνα ή της χρονιάς, ένα γενέθλιο ή μια αργία. Το εξηγούν με το ότι τα ορόσημα χωρίζουν τον χρόνο σε νέες περιόδους, που ρίχνουν τις παλιές αδυναμίες στην προηγούμενη και βοηθούν τον άνθρωπο να δει τη ζωή του από μακριά (Dai, Milkman & Riis 2014).

Αν ζητούσαμε έναν κανόνα από όλα αυτά, και θα ήταν σύνθεση και όχι νόμος που έχει αποδειχθεί, θα ήταν ότι η γνώση αρχίζει να κινείται όταν γίνεται προσωπική, όταν συνοδεύεται από συναίσθημα και όταν υπάρχει ένα συγκεκριμένο πρώτο βήμα. Τα δύο πρώτα τα φέρνουν συνήθως τα γεγονότα της ζωής. Το τρίτο μπορεί να το φτιάξει κανείς μόνος του, χωρίς να περιμένει διάγνωση ούτε Δευτέρα.

Τι μετατρέπει το ξέρω σε κάνω

Ο πρώτος Αφορισμός, που αποδίδεται στον Ιπποκράτη, βάζει το βάρος αλλού απ’ όπου το βάζουμε συνήθως. Ο γιατρός, λέει, δεν πρέπει μόνο να κάνει ο ίδιος ό,τι χρειάζεται, αλλά και να φροντίσει να συνεργαστούν ο άρρωστος, όσοι βρίσκονται γύρω του και τα εξωτερικά στοιχεία (στη μετάφραση του Adams, Aphorisms I.1). Αν το πάρουμε στα σοβαρά, το «κάνω» δεν είναι αποκλειστική δουλειά αυτού που ακούει, είναι και δουλειά αυτού που δίνει τη γνώση, και αυτό που ακολουθεί είναι τι έχει δείξει η έρευνα ότι δουλεύει.

Το πρώτο εργαλείο είναι ένα σχέδιο που δένει τη γνώση με μια συγκεκριμένη στιγμή. Οι Gollwitzer και Sheeran το ονόμασαν implementation intention και έχει τη μορφή «αν συμβεί αυτό, τότε θα κάνω εκείνο», με συγκεκριμένο πότε, πού και πώς, και σε 94 ανεξάρτητες δοκιμές είχε θετική επίδραση μεσαία προς μεγάλη (d = 0,65) στην επίτευξη του στόχου (Gollwitzer & Sheeran 2006). Στη διατροφή, η ανασκόπηση 23 μελετών των Adriaanse και συνεργατών βρήκε ότι τέτοια σχέδια βοηθούν περισσότερο όταν στόχος είναι να φάει κανείς περισσότερα υγιεινά τρόφιμα (d = 0,51) και λιγότερο όταν στόχος είναι να φάει λιγότερα ανθυγιεινά (d = 0,29) (Adriaanse et al. 2011). Το σχέδιο δουλεύει καλύτερα, δηλαδή, όταν λέει τι θα προσθέσεις παρά τι θα αφαιρέσεις, και μια πρόταση σαν «όταν γυρίσω σπίτι και ανοίξω το ψυγείο, θα βγάλω πρώτα ένα φρούτο» έχει καλύτερη βάση στα δεδομένα από μια πρόταση σαν «δεν θα φάω γλυκό».

Το δεύτερο εργαλείο είναι ο χώρος. Σε έναν μπουφέ σαλάτας μιας καφετέριας ενηλίκων, οι Rozin και συνεργάτες έκαναν ένα φαγητό λίγο δυσκολότερο στην πρόσβαση, με μετατόπιση περίπου 10 ιντσών (γύρω στα 25 εκατοστά), ή άλλαξαν το σερβίτσιο από κουτάλι σε λαβίδα, και η κατανάλωση έπεφτε μέτρια αλλά σταθερά, μεταξύ 8% και 16% (Rozin et al. 2011). Δεν ξέρουμε αν το ίδιο ισχύει στο σπίτι, αλλά η δοκιμή κοστίζει ένα ράφι.

Το τρίτο εργαλείο είναι η καταγραφή. Σε μια μελέτη του Kaiser Permanente με σχεδόν 1.700 ανθρώπους που ακολουθούσαν πρόγραμμα απώλειας βάρους, όσοι κρατούσαν καθημερινά ημερολόγιο φαγητού έχασαν διπλάσιο βάρος από όσους δεν κρατούσαν καθόλου (Hollis et al. 2008). Η σύγκριση γίνεται ανάμεσα σε ανθρώπους του ίδιου προγράμματος, και όσοι κρατούσαν σημειώσεις μπορεί να ήταν και πιο αποφασισμένοι από την αρχή, γι’ αυτό ο αριθμός δείχνει σχέση και όχι αποδεδειγμένη αιτία.

Το τέταρτο είναι ότι όλα αυτά δουλεύουν καλύτερα μαζί, μέσα σε ένα πρόγραμμα με στόχους. Στο Diabetes Prevention Program, 3.234 άνθρωποι με υψηλό κίνδυνο διαβήτη χωρίστηκαν τυχαία σε placebo, σε μετφορμίνη ή σε πρόγραμμα αλλαγής τρόπου ζωής με στόχο απώλεια τουλάχιστον 7% του βάρους και τουλάχιστον 150 λεπτά δραστηριότητας την εβδομάδα. Το πρόγραμμα μείωσε τη συχνότητα του διαβήτη κατά 58% σε σχέση με το placebo και η μετφορμίνη κατά 31%, και η αλλαγή τρόπου ζωής ήταν σημαντικά αποτελεσματικότερη από το φάρμακο (Knowler et al. 2002). Η μείωση της συχνότητας διατηρήθηκε για τουλάχιστον δέκα χρόνια (δελτίο τύπου για την παρακολούθηση, Lancet).

Πάνω από όλα αυτά υπάρχει ένα εμπόδιο που το βάζει ο ίδιος ο στοχασμός. Ο Άμλετ το είπε στον γνωστό του μονόλογο, ότι η σκέψη κάνει τα μεγάλα σχέδια να στρέφονται στραβά και να “lose the name of action”, να χάνουν δηλαδή το όνομα της πράξης (Hamlet, πράξη Γ΄, σκηνή 1). Ο Αριστοτέλης είχε την αντίθετη συνταγή. Ό,τι πρέπει να μάθουμε πριν το κάνουμε, το μαθαίνουμε κάνοντάς το (ἃ γὰρ δεῖ μαθόντας ποιεῖν, ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν), και γινόμαστε οικοδόμοι χτίζοντας και κιθαριστές παίζοντας κιθάρα (Ηθικά Νικομάχεια, 1103a-b, το ελληνικό κείμενο).

Η πρώτη κίνηση

Ο Αριστοτέλης μάς άφησε ένα συμπέρασμα που ένα κείμενο δεν μπορεί να εφαρμόσει για λογαριασμό σου, ότι το κάνω μαθαίνεται κάνοντάς το. Γι’ αυτό η πιο χρήσιμη κίνηση μετά από αυτές τις σελίδες είναι μικρή και γίνεται σήμερα, όσο δεν πεινάς.

Διάλεξε ένα μόνο φαγητό της αυριανής ημέρας που συνήθως σε δυσκολεύει, το απογευματινό σνακ ή το βράδυ στον καναπέ, και γράψε μία πρόταση που ξεκινά με «όταν», για παράδειγμα «όταν γυρίσω από τη δουλειά και ανοίξω το ψυγείο, θα βγάλω πρώτα ένα φρούτο». Ύστερα μετακίνησε στο πίσω μέρος του ντουλαπιού το πρώτο πράγμα που θα έψαχνες την ώρα που πεινάς. Θα σου πάρει ένα λεπτό, και θα έχεις κάνει αυτό που έκανε ο Οδυσσέας με το σχοινί και οι εργαζόμενοι του Thaler με τις αυξήσεις τους, δηλαδή θα έχεις αποφασίσει για τον εαυτό που θα πεινάσει, όσο είσαι ακόμη αυτός που σκέφτεται. Ο λόγος είναι ότι η γνώση σου λέει τι να κάνεις, αλλά το ντουλάπι σου λέει τι θα κάνεις, και το ντουλάπι είναι το μόνο από τα δύο που μπορείς να αλλάξεις σε ένα λεπτό.

Βιβλιογραφία και σημειώσεις του ΑΙ

Τα τρία βραβεία Nobel για τη μελέτη της ανθρώπινης κρίσης και συμπεριφοράς (Simon 1978, Kahneman 2002, Thaler 2017) επιβεβαιώθηκαν. Δεν είναι όμως σωστό ότι δεν έχει δοθεί ποτέ βραβείο για τη λογική, γιατί ο Robert Lucas τιμήθηκε το 1995 για την υπόθεση των ορθολογικών προσδοκιών (Nobel 1995). Γι’ αυτό το κείμενο δεν λέει πουθενά ότι κανένα βραβείο δεν δόθηκε για τη λογική. Τα τρία βραβεία είναι επίσης βραβεία Οικονομίας της Riksbank, που δεν ανήκουν στα αρχικά Nobel (Riksbank), και στο κείμενο αναφέρονται ως Nobel Οικονομίας.

Διάβασα περιλήψεις και αποσπάσματα, όχι ολόκληρες τις εργασίες. Για τον Αριστοτέλη το ελληνικό κείμενο του 1103a-b το βρήκα σε δύο σελίδες, ενώ το χωρίο 1105b, με τους αρρώστους που ακούνε τους γιατρούς, μόνο σε ιστολόγιο, οπότε αξίζει να ελεγχθεί στην έκδοση Bywater. Η απόδοση του πρώτου Αφορισμού στον Ιπποκράτη είναι αμφισβητούμενη, και ο Nuland σημειώνει ότι πιθανότατα δεν γράφτηκε από τον ίδιο. Ο Οδυσσέας (Οδύσσεια, ραψωδία μ), ο Άμλετ (πράξη Γ΄, σκηνή 1), ο τίτλος της εργασίας του Loewenstein και το όνομα του Festinger γράφτηκαν από μνήμη και δεν ελέγχθηκαν σε έκδοση.

Μερικά στοιχεία θέλουν προσοχή. Ο μέσος όρος 50% του ΠΟΥ έχει κριθεί ως γενίκευση με αδύναμη τεκμηρίωση (κριτική), γι’ αυτό το κείμενο λέει «σύμφωνα με τον ΠΟΥ». Το Save More Tomorrow αφορά την πρώτη εφαρμογή σε μία εταιρεία, χωρίς τυχαιοποίηση, και η αξιολόγηση του CLEAR σημειώνει ότι θα χρειαζόταν στατιστικός έλεγχος των διαφορών ανάμεσα στους συμμετέχοντες και στους μη συμμετέχοντες. Τα νούμερα των Herman και Mack τα πήρα από ανασκόπηση του SSIB και όχι από το πρωτότυπο, η περίληψη για το σύνδρομο της ψεύτικης ελπίδας διαβάστηκε μέσω ιστολογίου που παραθέτει την περίληψη του PubMed, και οι δείκτες d των Adriaanse από σελίδα με μηχανική μετάφραση της περίληψης, με την τιμή 0,51 να επιβεβαιώνεται και από δεύτερη πηγή. Για τη μελέτη των Milkman και συνεργατών δεν βρήκα τα ακριβή νούμερα, γι’ αυτό το κείμενο την περιγράφει ποιοτικά.

Για τις συγκρούσεις συμφερόντων, δεν εντόπισα σχέση με τη βιομηχανία τροφίμων, αλλά δεν διάβασα τις δηλώσεις στο πλήρες κείμενο. Η μελέτη του Elbel χρηματοδοτήθηκε από το Robert Wood Johnson Foundation, το Yale Rudd Center και το NYU (Health Affairs), και η μελέτη του Kaiser Permanente αφορά πρόγραμμα του ίδιου του οργανισμού.

Τέλος, δεν βρήκα μελέτη με σχεδιασμό όμοιο με του Gibbons για δίαιτα, άρα η μεταφορά της γνωστικής ασυμφωνίας από το κάπνισμα στη διατροφή είναι συλλογισμός, και στο κείμενο παρουσιάζεται ως τέτοιος. Ο «κανόνας» στο τέλος της ενότητας για την ευαισθητοποίηση και η φράση για το ντουλάπι είναι δικές μου διατυπώσεις, όχι παραθέματα και όχι αποδεδειγμένοι νόμοι.

Πηγές

Δείτε επίσης