Δύο από τις πιο επιτυχημένες παραστάσεις του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, η «Ειρήνη» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία Πέτρου Φιλιππίδη και η «Μήδεια» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα, φιλοξενούνται στο Ηρώδειο τον Σεπτέμβριο για δύο παραστάσεις.
Η «Ειρήνη», μία από τις πιο αγαπημένες κωμωδίες του Αριστοφάνη, που άνοιξε επιτυχημένα το Φεστιβάλ Επιδαύρου και συνέχισε την περιοδεία της στην Ελλάδα, παρουσιάζεται στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στις 16 και 17 Σεπτεμβρίου (21.00). Στην πάντα επίκαιρη «Ειρήνη», ύμνο στην αγροτική ζωή, ο αρχαίος Έλληνας κωμωδιογράφος καταγγέλλει τον πόλεμο και ταυτόχρονα παρωδεί το θέατρο της εποχής του.
Μετά τους «Βατράχους», τις «Όρνιθες» και τις «Θεσμοφοριάζουσες», ο Πέτρος Φιλιππίδης δοκιμάζει και δοκιμάζεται αυτή τη φορά στη σκηνοθεσία ενός ακόμα αριστοφανικού έργου -που ανεβαίνει σε μετάφραση του Κ.Χ. Μύρη- με το οποίο συμμετείχε στο Φεστιβάλ Αθηνών.
Ο ηθοποιός σε συνεργασία με τον θίασο «Θεατρική Διαδρομή», υπογράφει τη σκηνοθεσία και τη δραματουργική επεξεργασία της παράστασης, μαζί με τους Γιώργο Γαλίτη και Γιώργο Λέφα, ενώ παράλληλα ερμηνεύει τον φτωχό αμπελουργό Τρυγαίο.
«Όταν αρχίσαμε ν’ ασχολούμαστε με την επεξεργασία του έργου αναρωτιόμασταν τι είναι ο πόλεμος σήμερα. Ο πόλεμος είναι κοινωνικός, οικονομικός, εσωτερικός. Αυτό θέλουμε να πούμε σήμερα με την “Ειρήνη”, γιατί δεν υπάρχει ένας πόλεμος σώμα με σώμα, αλλά ένας πολύ πιο ύπουλος και επικίνδυνος τον οποίο δέχεται η κοινωνία» , λέει ο Πέτρος Φιλιππίδης.
Η «Ειρήνη» πρωτοπαρουσιάστηκε το 421 π.Χ. στα Μεγάλα Διονύσια, όπου και κέρδισε το δεύτερο βραβείο. Ο Αριστοφάνης έγραψε την κωμωδία κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών, που κατέληξαν στην ειρήνη του Νικία, με την οποία οι λαοί των δύο αντιπάλων ήλπιζαν ότι θα λήξει ο Πελοποννησιακός πόλεμος.
Μετά την μεγάλη επιτυχία στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, η «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα και μετάφραση Γιώργου Χειμωνά, σε μουσική της Ελένης Καραΐνδρου και με πρωταγωνιστές την Αμαλία Μουτούση και τον Χρήστο Λούλη, θα επαναληφθεί για δύο μοναδικές παραστάσεις στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, στις 2 και 3 Σεπτεμβρίου (21.00).
«Επιθυμώντας να κυριαρχήσει ο λόγος του Ευριπίδη, δια χειρός Χειμωνά, επέλεξα την εκδοχή δημιουργίας ενός χώρου ιερού, όπου δεσπόζει ένα αναθηματικό γλυπτό της Αργούς (σκηνικό Γιώργου Πάτσα) και, σε αυτόν τον διαχρονικό χώρο, προσκυνητές με μνήμες χαμένων παιδιών προσέρχονται σε μία τελετή στην οποία θα αναπαραστήσουν τη Μήδεια του Ευριπίδη (431 π.Χ.). Ένα είδος θεάτρου μέσα στο θέατρο που στοχεύει στη διαύγεια και την ευθυβολία του ποιητικού λόγου, μέσα από μια παράσταση δωρική και αφαιρετική, η οποία προσπαθεί να εγκαταστήσει διάλογο ανάμεσα στο έλλογο και το υπέρλογο στοιχείο και κυρίως να φωτίσει τα στοιχεία εκείνα του έργου, που το ανεβάζουν πάνω από τα ανθρώπινα μέτρα», αναφέρει σε σημείωμά του για την παράσταση ο Αντώνης Αντύπας.
Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, ο αυστηρός και ποιητικός λόγος του Χειμωνά με τις εκφραστικές του ιδιαιτερότητες, του προσέφερε «τα εχέγγυα» για να οδηγηθεί σε «δρόμους τολμηρής αφαίρεσης», απομακρύνοντας, όπως θέλει να πιστεύει, «τον κίνδυνο μίας εκλαϊκευμένης προσέγγισης».
Ο Ευριπίδης αποθεώνει τον έρωτα στο πρόσωπο της Μήδειας, της δαιμόνιας και σοφής Ανατολίτισσας πριγκίπισσας, εγγονής του Ήλιου, που εξανθρωπίστηκε από το πάθος της για τον Ιάσονα, τον ακολούθησε στην Ελλάδα και προδομένη έγινε φόνισσα των παιδιών της για να εκδικηθεί τη μοιχεία του πατέρα τους, παρασύροντας και τον ίδιο σε ένα αμετάκλητο πένθος.
«Με απασχόλησε η διαδρομή της Μήδειας. Πώς θα μπορούσε να προσεγγιστεί χωρίς φόβους μέσα από έναν βαθύ ενθουσιασμό. Το στοιχείο τής παιδοκτόνου με έκανε ν’ αναρωτηθώ πάρα πολύ πάνω σε αυτό το πρόσωπο», είχε αναφέρει μιλώντας για τον ρόλο της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Αμαλία Μουτούση.
Αυτό το στοιχείο, εξήγησε η ηθοποιός, δεν ήταν αρκετό για να αισθανθεί ότι προσεγγίζει τον ρόλο. Η συγκεκριμένη τραγωδία, όπως και κάθε άλλο έργο ποιητικό, μιλά με μία μεταφορά. Η Μήδεια είναι ηττημένη, για την πρωταγωνίστρια της παράστασης του Αντώνη Αντύπα και έχει κόψει τις γέφυρες, προκειμένου να ακολουθήσει τον απόλυτο έρωτα.
«Ο Ευριπίδης τη βάζει να ξεριζώσει σιγά-σιγά την ζωή της, καταστρέφοντας οτιδήποτε τη δένει με αυτήν. Για να ξαναγεννηθεί, πρέπει πρώτα να πεθάνει. Δεν σφάζει τα παιδιά της, τα θυσιάζει. Η θυσία είναι ο “ζωντανός” θάνατός της, το πέρασμά της σε μία άλλη διάσταση. Μέσα από αυτήν οδηγείται από το απόλυτο σκοτάδι στο φως», κατέληξε.


























