Κολπίτιδα: Συμπτώματα, αίτια και θεραπεία

Η κολπίτιδα (vaginitis) είναι ένας όρος που αφορά την μικροβιακή λοίμωξη ή φλεγμονή του κόλπου. Συχνά δεν πρόκειται μόνο για κολπίτιδα αλλά και για αιδοιοκολπίτιδα (φλεγμονή και του αιδοίου) ή συνοδεύεται από τραχηλίτιδα (φλεγμονή του τραχήλου.

Το 75% των γυναικών θα υποφέρουν από κολπίτιδα κάποια στιγμή της ζωής τους και μάλιστα το 40-50% από αυτές, περισσότερο από μια φορές. Υπάρχει έξαρση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες λόγω ζέστης και υγρασίας που οφείλεται σε διάφορα μικρόβια ή μύκητες). Οι κολπίτιδες είναι πιο συχνές κατά την εγκυμοσύνη.

Πολλές φορές οι κολπίτιδες δεν έχουν συμπτώματα και η διάγνωση γίνεται τυχαία, με το τεστ παπ ή την γυναικολογική εξέταση. Άλλες φορές έχουν ως αποτέλεσμα να διαταράσσεται η σύσταση των φυσιολογικών κολπικών εκκρίσεων.

Είναι σημαντικό οι γυναίκες να αναγνωρίζουν τα συμπτώματα και να αναζητούν την κατάλληλη θεραπεία. Τα συμπτώματα της κολπίτιδας, όταν υπάρχουν, περιλαμβάνουν ερεθισμό και κνησμό (φαγούρα) στον κόλπο και το αιδοίο, λευκή παχύρρευστη έκκριση από τον κόλπο, καθώς επίσης ερυθρότητα και οίδημα στα τοιχώματα του κόλπου.  α υγρά του κόλπου έχουν περίεργο χρώμα, υφή και οσμή αναλόγως του αιτίου που την προκάλεσε. Μερικές φορές υπάρχει και λίγο αίμα από τον κόλπο.

Αίτια

Οι κολπίτιδες δεν έχουν πάντα καθαρά αναγνωρισμένες αιτίες. Πολλές φορές είναι αποτέλεσμα μόλυνσης από παθογόνους μικροοργανισμούς όπως είναι τα βακτήρια και οι μύκητες, που είτε προέρχονται από το παχύ έντερο και μεταναστεύουν στον κόλπο διαμέσου του περινέου είτε βρίσκουν την ευκαιρία να αναπτυχθούν εξαιτίας κάποιων διαταραχών στη φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου.

Ο γυναικείος κόλπος αποικείται από πληθώρα μικροοργανισμών που στο σύνολό τους ονομάζονται με δύο λέξεις: ‘φυσιολογική χλωρίδα’. Ο κόλπος δηλαδή έχει φυσιολογικά μικρόβια (φυσιολογική χλωρίδα) που εμποδίζουν τα παθογόνα μικρόβια να εισέλθουν. Στη φυσιολογική χλωρίδα επικρατούν οι μικροοργανισμοί με την ονομασία γαλακτοβάκιλλοι οι οποίοι παίζουν προστατευτικό ρόλο. Η φυσιολογική χλωρίδα τρέφεται από τις γυναικείες ορμόνες, τα οιστρογόνα. Σε πολλές περιπτώσεις οι κολπίτιδες εμφανίζονται όταν διαταράσσεται η ισορροπία του pΗ στην περιοχή του κόλπου. Πολλοί παράγοντες μπορεί να συμβάλουν σε αυτή τη μεταβολή, όπως είναι για παράδειγμα η εγκυμοσύνη, η εμμηνόπαυση, το χρονικό διάστημα πριν την εμμηνορρυσία (περίοδο), τα φάρμακα όπως είναι τα αντιβιοτικά, το στρες, τα αρωματικά σαπούνια και τα στενά ρούχα.

Όταν με μια χρόνια αντιβίωση ή με συχνή χρήση αντισηπτικών, καταστραφεί η φυσιολογική χλωρίδα, τότε εύκολα αναπτύσσονται παθογόνοι μικροοργανισμοί. Το ίδιο γίνεται όταν μειωθούν τα οιστρογόνα ή η άμυνα του οργανισμού.

Τα αίτια μιας κολπίτιδας μπορεί να είναι:

1. Ιοί. Όπως ο ιός του HPV και ο έρπης των γεννητικών οργάνων.
2. Διάφορα μικρόβια (π.χ. κλεψιέλα, κολοβακτηρίδιο).
3. Βακτηρίδια (π.χ. Gardnerella vaginalis).
4. Μύκητες. Είναι η πιο συχνή αιτία, της κολπίτιδας. Το 75% των γυναικών, έχουν κάποτε στην ζωή τους μια κολπίτιδα, από μύκητες.
5.Τριχομονάδες. Η κολπίτιδα εδώ οφείλεται στο πρωτόζωο Trichomonas vaginalis.
6. Χλαμύδια. Μπορούν να προκαλέσουν παρενέργειες και επιπλοκές αλλά υποχωρούν εύκολα με αντιβίωση.
7. Μυκόπλασμα (ουρεόπλασμα, hominis). Ευθύνεται για αποβολές κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης.
8. Ατροφική κολπίτιδα. Παρατηρείται στις γυναίκες, που δεν έχουν γυναικείες ορμόνες (στην εμμηνόπαυση ή πριν την εφηβεία).

Από τις παραπάνω αιτίες. οι πιο συχνές σε γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση είναι η βακτηριακή, η μυκητησιακή και η τριχομοναδιακή κολπίτιδα.

Βακτηριακή κολπίτιδα

Ο τύπος αυτός κολπίτιδας οφείλεται σε διάφορους μικροοργανισμούς με συχνότερο την Gardnerella vaginalis, ένα αναερόβιο βακτήριο που ενοχοποιείται για το 95% των περιπτώσεων. Πάντα όμως η βακτηριδιακή κολπίτιδα οφείλεται σε πολλούς ταυτόχρονα οργανισμούς. Στην πραγματικότητα είναι ένας μαζικός αποικισμός του κόλπου από διάφορα μικρόβια.

Η βακτηριακή κολπίτιδα είναι αποτέλεσμα της μείωσης των καλών βακτηρίων του κόλπου, των λακτοβακίλλων και αύξησης των κακών βακτηρίων, των αναερόβιων. Στην βακτηριακή κολπίτιδα οι γαλακτοβάκιλλοι μειώνονται και αυξάνεται η συγκέντρωση άλλων μικροοργανισμών, κυρίως αναερόβιων, μέσω της αύξησης του pH του κόλπου. Τα αναερόβια μικρόβια παράγουν μεγάλες ποσότητες από ένζυμα, τα οποία ευθύνονται για τις ουσίες που δίνουν μία χαρακτηριστική άσχημη οσμή στα κολπικά υγρά. Ο μηχανισμός με τον οποίο συμβαίνει αυτή η ανισορροπία στους μικροοργανισμούς του κόλπου δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως.

Η βακτηριακή κολπίτιδα δεν θεωρείται νόσημα που μεταδίδεται με το σεξ αλλά ο ρόλος της σεξουαλικής δραστηριότητας είναι υπό διερεύνηση. Είναι δεδομένο ότι η συχνότητα των επεισοδίων βακτηριακής κολπίτιδας αυξάνεται σε γυναίκες με πολλαπλούς συντρόφους. Είναι πιθανόν οι σεξουαλικές επαφές να εμποδίζουν την ανάπτυξη των καλών βακτηρίων. Όμως, οι γυναίκες που δεν είναι σεξουαλικά ενεργές επίσης μπορούν να εκδηλώσουν βακτηριακή κολπίτιδα. Μια πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι η υποτροπή της βακτηριακής κολπίτιδας σχετίζεται με τη μη χρήση προφυλακτικού και όχι με τη συχνότητα της ερωτικής επαφής. Είναι επίσης γνωστό ότι η βακτηριακή κολπιτιδα συνδέεται με μεγαλύτερο ποσοστό μετάδοσης του ιού HIV που προκαλεί το AIDS.

Για την θεραπεία της βακτηριακής κολπίτιδας υπάρχουν σκευάσματα για λήψη από το στόμα ή από τον κόλπο. Θα πρέπει να ολοκληρώνεται η αγωγή, ακόμη κι αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν μετά από λίγες δόσεις. Τα αντιβιοτικά είναι αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων στο 80% των γυναικών. Όμως, στο 50% των γυναικών τα συμπτώματα επανεμφανίζονται τρεις με 12 μήνες μετά τη θεραπεία.

Κανονικά δεν χρειάζεται να γίνεται θεραπεία και του συντρόφου καθώς η βακτηριακή κολπίτιδα δεν θεωρείται νόσημα που μεταδίδεται με το σεξ. Όμως οι ερευνητές αναρωτιούνται αν η χορήγηση αγωγής και στον ερωτικό σύντροφο της γυναίκες παράλληλα, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο υποτροπής

Ο καλύτερος τρόπος για πρόληψη της βακτηριακής κολπίτιδας δεν είναι γνωστός. Παρ’ όλα αυτά, γίνεται η σύσταση για αποφυγή κολπικών πλύσεων με αντισηπτικά. Ο γυναικείος κόλπος έχει την ικανότητα να διατηρεί μία υγιή ισορροπία ανάμεσα στους μικροοργανισμούς του. Οι πλύσεις με αντισηπτικά μπορούν να διαταράξουν αυτήν την ισορροπία και να προκαλέσουν αντίθετο αποτέλεσμα από το επιθυμητό. Αποφύγετε λοιπόν τα αρωματισμένα σαπούνια, τα σπρέι και τα αποσμητικά. Χρησιμοποιήστε για κολπικές πλύσεις χαμομήλι το οποίο απομακρύνει αποτελεσματικά τις κολπικές εκκρίσεις και αντιμετωπίζει άμεσα ερεθισμούς και φλεγμονές του κολπικού βλεννογόνου.

Επειδή ο μύκητας προτιμά τις θερμές υγρές συνθήκες, οι δερματικές πτυχές γύρω από τη βουβωνική χώρα μπορεί να είναι ο λόγος των υποπτροπών και άρα το αδυνάτισμα μπορεί να αποτελεί μέτρο πρόληψης.

Μυκητισιακή κολπίτιδα

Πρόκειται για την αποίκιση του γυναικείου κόλπου από μύκητες. Συνήθως ευθύνεται ο Candida albicans (κάντιντα η λευκάζουσα) ένας μύκητας που μοιάζει με τη μαγιά και υπάρχει ούτως ή άλλως στον κόλπο. Η Candida albicans είναι ένας από τους μύκητες που αποτελούν τη φυσιολογική εντερική χλωρίδα. Υπό φυσιολογικές συνθήκες ανιχνεύεται στο 80% των ανθρώπων, χωρίς όμως να προκαλεί συμπτώματα. Φυσιολογικά, η ποσότητα είναι μικρή καθώς ελέγχεται από το ανοσοποιητικό σύστημα και από τη μικροχλωρίδα που υπάρχει στο πεπτικό σωλήνα, δηλαδή από τους υπόλοιπους μικροοργανισμούς του εντέρου. Η υπεραύξηση όμως οδηγεί στην καντιντίαση (μυκητίαση).

Οι μυκητιάσεις είναι ο πιο συχνός λόγος που μία έγκυος γυναίκα παραπονείται για κολπιτιδα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αυξημένες οι ορμόνες που κυκλοφορούν στο σώμα της γυναίκας κατά την εγκυμοσύνη αλλάζουν τις συνθήκες του κόλπου (π.χ. την οξύτητα) με αποτέλεσμα να ευνοείται η ανάπτυξη κάποιων μικροβίων. Πάντως, η μυκητίαση δεν ενέχει κανένα κίνδυνο για την εγκυμοσύνη.

Η μυκητισιακή κολπίτιδα είναι ένας τύπος κολπίτιδας που προσβάλλει τον κόλπο και το αιδοίο (αιδιοκολπίτιδα). Χαρακτηρίζεται από κολπικό ερεθισμό, έντονο κνησμό, και κολπική έκκριση. Έχει ως σύμπτωμα υγρά που μοιάζουν σαν πέτσες από γάλα και οσμή σαν ζυμάρι). Εκτός από φαγούρα, μερικές φορές υπάρχει και πόνος μέσα και γύρω από την είσοδο του κόλπου καθώς επίσης και παχύρρευστες υπόλευκες εκκρίσεις που θυμίζουν κομμένο γιαούρτι αλλά δεν έχουν δυσάρεστη οσμή. Η διάγνωση πρέπει να γίνεται στο μικροβιολογικό εργαστήριο, γιατί μπορεί να συνυπάρχουν και άλλα αίτια κάτι που μπορεί να μπερδέψει την κατάσταση και να μη γίνει σωστά η θεραπεία.

Εκτιμάται ότι 3 στις 4 γυναίκες θα εμφανίσουν μυκητισιακή κολπίτιδα μία φορά τουλάχιστον στη ζωή τους, ενώ είναι μεγάλος ο αριθμός γυναικών προσβάλλονται από τον μύκητα δύο ή περισσότερες φορές. Μελέτη που έγινε σε φοιτήτριες στις ΗΠΑ έδειξε ότι οι μισές γυναίκες θα έχουν τουλάχιστον ένα επεισόδιο μυκητισιακής κολπίτιδας μέχρι την ηλικία των 25. Το 75% των γυναικών θα έχουν ένα επεισόδιο μέχρι την εμμηνόπαυση ενώ το 45% θα έχουν τουλάχιστον δύο επεισόδια.

Η μυκητισιακή αιδοιοκολπίτιδα είναι νόσος της αναπαραγωγικής ηλικίας (όταν τα επίπεδα των οιστρογόνων και άρα η έκκριση γλυκογόνου υψηλή), με έξαρση τους θερινούς μήνες. Προδιάθεση για να αναπτυχθεί μια μυκητισιακή κολπίτιδα είναι η λήψη αντιβιοτικών ευρέως φάσματος, η εγκυμοσύνη, ο σακχαρώδης διαβήτης, τα αντισυλληπτικά, η παρατεταμένη χρήση κορτιζόνης, η πτώση της άμυνας του οργανισμού, το κάπνισμα, ο υποθυρεοειδισμός και η σιδηροπενική αναιμία. Συνήθως η λήψη οιστρογόνων και προγεστερόνης μιμούνται το περιβάλλον της εγκυμοσύνης και ευνοούν την ανάπτυξη της μυκητισιακής κολπίτιδας.

Η μυκητισιακή κολπίτιδα μπορεί να μεταδοθεί με το σεξ και κυρίως μέσω της στοματογεννητικής επαφής. Δεν θεωρείται όμως σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, γιατί οι μύκητες βρίσκονται υπό φυσιολογικές συνθήκες στο περιβάλλον του κόλπου και γιατί διαγιγνώσκεται και σε γυναίκες που δεν είναι σεξουαλικά ενεργές. Άρα δεν έχουμε να κάνουμε με σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, καθώς ο μηχανισμός δημιουργίας της μυκητισιακής είναι ανάλογος με αυτόν της βακτηριακής κολπίτιδας.

Η θεραπεία με λήψη σκευασμάτων από την κολπική οδό είναι συνήθως αρκετή και δεν χρειάζεται θεραπεία του ερωτικού συντρόφου. Υπάρχει όμως ένα ποσοστό γυναικών που υφίστανται υποτροπή μετά από μικρό χρονικό διάστημα. Εάν τα επεισόδια υποτροπής είναι 3-4 σε ένα έτος είναι πιθανό να υπάρχει επαναμόλυνση ή ανθεκτικότητα του μύκητα στην αντιμυκητισιακή αγωγή. Σ’ αυτή την περίπτωση χρειάζεται ειδική αντιμετώπιση και θεραπεία του συντρόφου. Αν το διάστημα που λαμβάνεται η αντιβίωση υπερβαίνει τις 10-14 μέρες, καλό είναι να συνδυάζεται με λήψη κάποιου προβιοτικού σκευάσματος (γαλακτοβάκιλλοι). Δεν είναι τυχαίο που στο παρελθόν, όταν δεν υπήρχαν τα συγκεκριμένα προβιοτικά, ο γιατρός συνιστούσε την κατανάλωση γιαουρτιού παράλληλα με τη λήψη της αντιβίωσης. Μια αποτελεσματική αντιμετώπιση είναι το γιαούρτι (ζωικό ή από σόγια) με ζωντανούς λακτοβάκιλλους. Τοποθετήστε το με ένα κουταλάκι του τσαγιού και φορέστε σερβιέτα γιατί το γιαούρτι θα ρεύσει προς τα έξω. Μια άλλη θεραπεία είναι οι σκελίδες σκόρδου στον κόλπο.

Τριχομοναδιακή κολπίτιδα

Οφείλεται στην τριχομονάδα, ένα αναερόβιο πρωτόζωο. Ο παρασιτικός αυτός μικροοργανισμός είναι η αιτία πρόκλησης της τριχομονάδωσης ή τριχομοναδίωσης. Η τριχομονάδα ευρίσκεται στο 20% περίπου των γυναικών, χωρίς να δίνει συμπτώματα κολπίτιδας. Όταν εμφανιστεί τριχομοναδική κολπίτιδα, παρατηρείται λεπτόρρευστη δύσοσμη έκκριση, κιτρινοπράσινου χρώματος, συχνά αφρώδης που συνοδεύεται από ερυθρότητα. Τα μικρά χείλη και ο πρόδρομος του κόλπου είναι εξέρυθρα ενώ ο βλεννογόνος του κόλπου έχει σκοτεινέρυθρη χροιά και είναι γεμάτος από αιμορραγικές κηλίδες. Συνυπάρχει κνησμός και παρατηρούνται διαβρώσεις ή και λειχηνοποίηση των μικρών και των μεγάλων χειλέων του αιδοίου ή και της γύρω περιοχής.

Κολπίτιδα από χλαμύδια

Πρόκειται για μία σεξουαλικάμεταδιδόμενη μορφή κολπίτιδας. Τα χλαμύδια είναι μια ομάδα βακτηρίων και ονομάζονται Chlamydia Τrachomatis. Οι περισσότερες γυναίκες δεν εμφανίζουν συμπτώματα, γεγονός που δυσχεραίνει πολύ τη διάγνωση. Συνήθως παρουσιάζουν ελαφριά ροή αίματος, ειδικά μετά τη σεξουαλική πράξη και μπορεί να έχουν πόνο χαμηλά στην κοιλιά ή στη μέση. Προσβάλει τον τράχηλο της μήτρας, τις σάλπιγγες και το ουροποιητικό σύστημα. Ακόμη μπορούν να προσβληθούν τα μάτια, ο φάρυγγας (απο στοματική σεξουαλική επαφή), και ο πρωκτός (από πρωκτική επαφή. Τα χλαμύδια αποτελούν ένα σύνηθες φαινόμενο σε νέες γυναίκες (18-35 ετών) που εναλλάσσουν ερωτικούς συντρόφους. Εάν η μόλυνση δεν αντιμετωπιστεί θεραπευτικά, ενδέχεται να προκαλέσει επιπλοκές όπως π.χ. στειρότητα.

Πρόληψη

Για να προλάβετε τις κολπίτιδες φροντίστε να τηρείτε σχολαστικά τους κανόνες ατομικής υγιεινής, αλλά με τέτοιο τρόπο που να μην διαταράσσεται η φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου. Αποφύγετε τις εσωτερικές πλύσεις με αντισηπτικά, που μπορεί να διαταράξουν τη μικροβιακή ισορροπία του κόλπου και να ευνοήσουν την ανάπτυξη παθογόνων μικροβίων. Ο καθημερινός καθαρισμός της περιοχής με ένα ειδικό προϊόν και άφθονο νερό είναι ο πιο σωστός τρόπος για την υγιεινή του κόλπου.

●   Μετά την αφόδευση σκουπίζεστε ΠΑΝΤΑ με κατεύθυνση από μπροστά προς τα πίσω για να αποφύγετε τη μόλυνση του κόλπου με μικρόβια από το έντερο.

●   Χρησιμοποιείτε ταμπόν όσο το δυνατόν λιγότερο και, κάθε φορά, όχι περισσότερο από οκτώ ώρες. Το ταμπόν δεν αντικαθιστά τη σερβιέτα. Περιορίστε τη χρήση του σε ειδικές περιπτώσεις όπως, π.χ. το κολύμπι.

●   Περιορίστε τα σερβιετάκια κατά την διάρκεια του καλοκαιριού και φροντίστε όταν τα χρησιμοποιείτε να τα αλλάζετε τακτικά και να μην τα αφήνετε να βρίσκονται πολλές ώρες σε επαφή με την γεννητική περιοχή γιατί λόγω της υγρασίας που δημιουργείται εντείνεται ο κίνδυνος για καλοκαιρινές κολπίτιδες.

●   Στην παραλία, μετά το μπάνιο προτιμήστε να αλλάζετε τουλάχιστον το κάτω μέρος του μπικίνι, ώστε να μην παραμένει βρεγμένο πάνω στο σώμα σας, γιατί η υγρασία, που αναπτύσσεται είναι ο καλύτερος «φίλος» των μυκήτων.

●   Χρησιμοποιήστε πάντοτε πετσέτα ή ψάθα όταν ξαπλώνετε στην παραλία και μην κάθεστε ποτέ απευθείας πάνω στην ξαπλώστρα, την καρέκλα ή την άμμο.

●   Προτιμήστε τα βαμβακερά εσώρουχα, που αφήνουν το δέρμα να αναπνέει και μην φοράτε συνθετικά, τα οποία αντενδείκνυνται ακόμα περισσότερο το καλοκαίρι.

●   Για να θωρακίσετε εκ των έσω την υγεία σας απέναντι στα μικρόβια που προκαλούν τις καλοκαιρινές κολπίτιδες, εμπλουτίστε το καθημερινό σας διαιτολόγιο με γιαούρτι και γάλα τα οποία αποτελούν καλές πηγές βιταμινών Β, που προστατεύουν την φυσιολογική χλωρίδα του οργανισμού.

Δείτε επίσης