Χοληστερόλη: Μικρά, πυκνά LDL, λιποπρωτεΐνη α και Apo B

Η LDL χοληστερόλη, η λεγόμενη “κακή” χοληστερόλη, διεισδύει στο τοίχωμα των αρτηριών και πυροδοτεί μια διαδικασία που οδηγεί στο σχηματισμό της αθηρωματικής πλάκας. Μια χαμηλή τιμή της LDL χοληστερόλης και μια υψηλή τιμή της HDL χοληστερόλης, μειώνει την πιθανότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων.

Οι επιθυμητές τιμές της χοληστερόλης διαφέρουν ανάλογα με τον γενικότερο κίνδυνο που υπάρχει για καρδιαγγειακό επεισόδιο (δηλαδή αν κάποιος καπνίζει, κάνει καθιστική ζωή, έχει υπέρταση και είναι διαβητικός).

α) Όταν δεν είναι αυξημένος ο καρδιαγγειακός κίνδυνος, προτείνεται:

  • η ολική χοληστερόλη να είναι κάτω από 200 mg/dl,
  • η LDL κάτω από 130 mg/dl,
  • η HDL πάνω από 40 mg/dl για τους άνδρες και πάνω από 50 mg/dl για τις γυναίκες.

β) Όταν είναι αυξημένος ο καρδιαγγειακός κίνδυνος:

  • η τιμή της LDL πρέπει να είναι κατά περίπτωση (π.χ. άτομα με στεφανιαία νόσο, σακχαρώδη διαβήτη, απόφραξη καρωτίδων, ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου) κάτω από 100 mg/dl ή ακόμα και κάτω από 70 mg/dl.

Ωστόσο, πολλά υγιή άτομα με τιμές εντός του φυσιολογικών τιμών χοληστερόλης (<200 mg / dL) θα παρουσιάσουν καρδιαγγειακά επεισόδια ενώ ενώ ένας υπολογίσιμος αριθμός ατόμων με αυξημένη χοληστερόλη (225-300 mg/dL) δεν αναπτύσσει στεφανιαία νόσο. Οι ερευνητές προσπαθούν να καταλάβουν γιατί συμβαίνει αυτό. Ορισμένες έρευνες έχουν δείξει ότι δεν έχει τόσο σημασία η ποσότητα της χοληστερόλης όσο το μέγεθος των αθηρογόνων λιποπρωτεϊνών.

LDL και HDL.

Μικρά, πυκνά LDL. Τα σωματίδια LDL δεν είναι πανομοιότυπα αλλά αποτελεούν έναν ετερογενή πληθυσμό από πλευράς μεγέθους. Όσο μικρότερα είναι τα LDL και μεγαλύτερος ο αριθμός τους στο αίμα, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος για στεφανιαία νόσο, ανεξάρτητα από την ποσότητα της χοληστερόλης που μεταφέρουν, κάτι που άρχισε να κατανοείται για πρώτη φορά στη δεκαετία 1980. Αν η χοληστερόλη παρομοιαστεί με το φορτίο ενός φορτηγού, είναι καλύτερα να μεταφέρεται από 100 μεγάλα φορτηγά παρά από 200 μικρότερα. Μπορεί λοιπόν κάποιος να έχει χαμηλή χοληστερόλη αλλά να κινδυνεύει από καρδιακή προσβολή περισσότερο από κάποιον άλλον που έχει υψηλή χοληστερόλη, αν έχει μικρότερα και περισσότερα LDL. Με άλλα λόγια, δεν είναι μόνο η χοληστερόλη “κακή” αλλά και τα σωματίδια της LDL, και ειδικά όταν είναι μικρά.

Οι τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες προτείνουν τον περιορισμό της πρόσληψης των κορεσμένων λιπαρών λόγω της ικανότητάς τους να αυξάνουν τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης. Ωστόσο, πρόσφατες μετα-αναλύσεις κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το κορεσμένο λίπος δεν συνδέεται με μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου. Αυτό μπορεί να οφείλεται, εν μέρει, στο ότι τα κορεσμένα λιπαρά δεν αυξάνουν τον αριθμό των μικρών σωματιδίων LDL. Επίσης, το κορεσμένο λίπος αυξάνει την HDL χοληστερόλη η οποία μπορεί να αντισταθμίζει το αθηρογόνο αποτέλεσμα της LDL χοληστερόλης.

Λιποπρωτεΐνη α.

Λιποπρωτεΐνη α. Εκτός από την LDL χοληστερόλη υπάρχει και μία άλλη μορφή της που είναι κακή και ονομάζεται λιποπρωτεΐνη α, γνωστή και ως Lp(α). Πρόκειται για το μόριο της LDL χοληστερόλης γύρω από το οποίο υπάρχει μια πρωτεΐνη που ονομάζεται αποπρωτεΐνη α και της οποίας ο ρόλος παραμένει άγνωστος μέχρι σήμερα. Κάποιοι θεώρησαν στο παρελθόν ότι η ότι λιποπρωτεΐνη α είναι εξίσου επικίνδυνη με την LDL, (φαίνεται μάλιστα ότι έχει σχέση με τη δημιουργία θρόμβων) ωστόσο νεότερες έρευνες δείχνουν ότι η ο κίνδυνος είναι σημαντικά μικρότερος.

Οι αθλητές αντοχής τείνουν να έχουν υψηλότερα επίπεδα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ότι η Lp (α) δεν έχει σαφώς αθηρογόνες ιδιότητες αλλά φαίνεται να παίζει ρόλο στις διαδικασίες που σχετίζονται με την αποκατάσταση των μικροτραυματισμών που συνοδεύουν τη σωματική άσκηση. Επίσης, κατά τη διάρκεια των φλεγμονωδών ασθενειών, αυξάνεται κατά 2-3 φορές.

Η λιποπρωτεΐνη α καθορίζεται γονιδιακά χωρίς να επηρεάζεται από τη διατροφή ή τα υπάρχοντα φάρμακα. Για άγνωστο λόγο οι άνδρες φαίνεται πως έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για καρδιαγγειακά από αυτό το σωματίδιο σε σχέση με τις γυναίκες. Μεταξύ των διαφορετικών μεγεθών της Lp (a), τα μικρά σωματίδια έχουν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο.

Υψηλό σάκχαρο αίματος. Είναι γνωστό εδώ και πολλά χρόνια ότι οι διαβητικοί έχουν αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων αλλά μέχρι σήμερα δεν είναι σαφές το γιατί. Το 2011 επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Ουώργουϊκ βρήκαν πως όταν η γλυκόζη είναι υψηλή στο αίμα ενώνεται με την LDL μέσω μιας διαδικασίας γνωστής ως γλυκοζυλίωση. Αυτό έχει ως συνέπεια οι λιποπρωτεΐνες της LDL να είναι πιο μικρές και πιο κολλώδης με αποτέλεσμα να εισχωρούν πιο εύκολα στα τοιχώματα των αρτηριών και να προκαλούν αθηροσκλήρωση. Οι ερευνητές εκτίμησαν πως αυτό το εύρημα μπορεί να εξηγεί γιατί οι διαβητικοί κινδυνεύουν περισσότερο να εκδηλώσουν καρδιοπάθεια. Να σημειωθεί ότι το σάκχαρο του αίματος έχει την ιδιότητα να προσκολλάται σε όλες τις πρωτεΐνες όπως π.χ. στην αιμοσφαιρίνη που μεταφέρει το οξυγόνο. Μάλιστα η φρουκτόζη είναι περίπου 10 φορές πιο “κολλητική” από τη γλυκόζη.

Τριγλυκερίδια. Τα αυξημένα τριγλυκερίδια σηματοδοτούν μεγαλύτερο κίνδυνο για στεφανιαία νόσο αλλά σε μικρότερο βαθμό από την LDL χοληστερόλη. Η ελάττωση των τριγλυκεριδίων κατά 50 mg/dl (π.χ. από 165 mg/dl σε 115 mg/dl) μειώνει την πιθανότητα για έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο κατά 5%. Μέχρι σήμερα όμως δεν είναι σαφές αν και πόσο εμπλέκονται στην αθηροσκλήρωση ή απλώς αντιπροσωπεύουν έναν βιοδείκτη κινδύνου. Τριγλυκερίδια νηστείας κάτω από τα 150 mg/ dL θεωρούνται φυσιολογικά, μεταξύ 150-199 mg/dL είναι οριακά υψηλά, μεταξύ 200-499 mg/dL είναι υψηλά, και πάνω από 500 mg/dL είναι πολύ υψηλά. Πάντως, η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία συστήνει να είναι κάτω από τα 100 mg/dL.

Apo Β.  Τα τελευταία 70 χρόνια, ένα απλοποιημένο μοντέλο αθηροσκλήρωσης έχει παρουσιαστεί στο κοινό επισημαίνοντας τη συσσώρευση της χοληστερόλης μέσα στα τοιχώματα των αρτηριών ως κύρια αιτία. Τελευταία όμως έχει προταθεί ως ένας προγνωστικός παράγοντας στεφανιαίας νόσου που είναι ανώτερος από την LDL χοληστερόλη: η μέτρηση των αθηρογόνων λιποπρωτεΐνών, δηλαδή της Apo B.

Κάθε μια από τις αθηρογόνες λιποπρωτεΐνες είναι συνδεδεμένες με ένα μόνο μόριο απολιποπρωτεΐνης Β (Apo B). Υπάρχουν δύο  μορφές της Apo B: η Apo B-100 που βρίσκεται στις λιποπρωτεΐνες VLDL, IDL, LDL και Lp(a) και η Apo B-48 που βρίσκεται στα χυλομικρά.

Η εξέταση της Apo B μετρά τις αθηρογόνες λιποπρωτεΐνες ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της χοληστερόλης τους. Η ποσότητα αυτή φαίνεται πως είναι πιο σχετική με την αθηροσκλήρωση από ό, τι η ποσότητα της χοληστερόλης που μεταφέρουν οι λιποπρωτεΐνες.

Oι τιμές της Apo B θεωρούνται φυσιολογικές όταν είναι κάτω από τα 90 mg/dL, υψηλές μεταξύ 120-140 mg/dL και πολύ ψηλές πάνω από τα 140 mg/dL. Η Apo B μπορεί να είναι αυξημένη ακόμη και αν η LDL χοληστερόλη είναι φυσιολογική και αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί άτομα με χαμηλή χοληστερόλη μπορεί να έχουν αυξημένο κίνδυνο. Οι τιμές της δεν επηρεάζεται έντονα από τη διατροφή.

Δείτε επίσης