Ψωρίαση: Ασφαλέστερες οι βιολογικές θεραπείες

Οι δερματολόγοι βρήκαν μειωμένο κίνδυνο μόλυνσης σε ασθενείς με ψωρίαση που χρησιμοποιούσαν τα νεότερα πιο στοχευμένα φάρμακα, σε σύγκριση με εκείνους που λάμβαναν μεθοτρεξάτη (methotrexate), ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται ευρέως από τη δεκαετία του 1960 ως θεραπεία πρώτης γραμμής για τη μέτρια έως σοβαρή ψωρίαση.

Κοινή χρόνια πάθηση του δέρματος που πλήττει 125 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως, η ψωρίαση είναι μια αυτοάνοση ασθένεια, μια κατηγορία διαταραχών στις οποίες το ανοσοποιητικό σύστημα προσβάλλει τα υγιή κύτταρα του σώματος.

Τα τελευταία χρόνια κυκλοφόρησαν τα “βιολογικά” φάρμακααλλά λίγες μελέτες έχουν τεκμηριώσει τη συγκριτική ασφάλεια των βιολογικών φαρμάκων.

Βιολογικά έναντι συστημικών

Στη μεγαλύτερη μελέτη του είδους, οι κλινικοί ερευνητές συνέκριναν τον κίνδυνο σοβαρής λοίμωξης – μια παρενέργεια που προκαλεί ανησυχία, δεδομένης της ανοσοποιητικής επίδρασης αυτών των θεραπειών – σε επτά συστημικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ψωρίασης.

Η επικεφαλής συγγραφέας Erica D. Dommasch, δερματολόγος στο Τμήμα Δερματολογίας του BIDMC (Beth Israel Deaconess Medical Center) και οι συνεργάτες της, διαπίστωσαν ότι μειώθηκε ο κίνδυνος μόλυνσης σε ασθενείς με ψωρίαση χρησιμοποιώντας κάποια από τα νεότερα, πιο στοχοθετημένα φάρμακα σε σύγκριση με τους ασθενείς που λαμβάνουν μεθοτρεξάτη. Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν στο JAMA Dermatology.

«Εκτός από την πιθανότητα να είναι πιο αποτελεσματικές από τη μεθοτρεξάτη, ορισμένες από τις νεότερες στοχευμένες θεραπείες για την ψωρίαση μπορεί επίσης να είναι ασφαλέστερες για τους ασθενείς από την άποψη του κινδύνου μόλυνσης», δήλωσε η Dommasch, η οποία είναι διδάκτωρ Δερματολογίας, στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ.

Η μεθοτρεξάτη, ένα αντιφλεγμονώδες μόριο που εμποδίζει την ανάπτυξη των κυττάρων αποτέλεσε μια επιτυχημένη θεραπευτική επιλογή για ασθενείς με ψωρίαση με σοβαρή ασθένεια. Αλλά επειδή η μεθοτρεξάτη δρα σε όλα τα κύτταρα του σώματος, η χρήση της μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες παρενέργειες, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών λοιμώξεων, καθώς καταστέλλεται το ανοσοποιητικό σύστημα.

Μερικά από τα πρώτα βιολογικά φάρμακα δρουν αναστέλλοντας τον παράγοντα νέκρωσης όγκων α που εμπλέκεται ευρέως στη φλεγμονή. Τα νεώτερα βιολογικά εμποδίζουν δύο κυτοκίνες, την ιντερλευκίνη-17 (Il-17) και την ιντερλευκίνη-23 (Il-23).

Αυτοί οι νεότεροι παράγοντες έχουν αποδειχθεί ότι είναι πιο αποτελεσματικοί στη θεραπεία της ψωρίασης και θα μπορούσαν επίσης να είναι πιο ασφαλείς λόγω της πιο συγκεκριμένης δράσης τους στο ανοσοποιητικό σύστημα. Επίσης, η απρεμιλάστη (apremilast), μια νεότερη μη βιολογική συστημική θεραπεία για την ψωρίαση, δεν αναστέλλει άμεσα τις φλεγμονώδεις κυτοκίνες και είναι γενικά λιγότερο αποτελεσματική στη θεραπεία της ψωρίασης αλλά πιστεύεται ότι δεν έχει αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης.

Η Dommasch και οι συνεργάτες της παρακολούθησαν τη συχνότητα εμφάνισης σοβαρών λοιμώξεων που απαιτούσαν νοσηλεία σε περίπου 107.000 ασθενείς με ψωρίαση που είχαν συνταγή για παλιότερα συστημικά φάρμακα (acitretin και methotrexate), βιολογικά (aditumumab, etanercept, infliximab και ustekinumab) και έναν αναστολέα μικρού μορίου (apremilast).

Οι ερευνητές βρήκαν ότι οι συνηθέστεροι τύποι σοβαρών λοιμώξεων ήταν η κυτταρίτιδα, η πνευμονία και η βακτηριαιμία / σήψη μεταξύ των ασθενών που έλαβαν οποιαδήποτε συστημική φαρμακευτική αγωγή. Διαπιστώθηκε σημαντικά μειωμένος κίνδυνο σοβαρής μόλυνσης με apremilast, etanercept και ustekinumab σε σύγκριση με τη μεθοτρεξάτη. Δεν βρέθηκε διαφορετικό ποσοστό συνολικής μόλυνσης μεταξύ όσων έλαβαν acitretin, adalimumab και infliximab σε σύγκριση με τη μεθοτρεξάτη. Το εύρημα ότι το ustekinumab είχε μειωμένο κίνδυνο σοβαρής μόλυνσης υποδηλώνει ότι τα βιολογικά φάρμακα που στοχεύουν πιο συγκεκριμένα στις φλεγμονώδεις οδούς στην ψωρίαση μπορεί να είναι και πιο αποτελεσματικά και ασφαλέστερα όταν πρόκειται για κίνδυνο μόλυνσης.

Πηγή: Erica D. Dommasch, Seoyoung C. Kim, Moa P. Lee, Joshua J. Gagne. Risk of Serious Infection in Patients Receiving Systemic Medications for the Treatment of Psoriasis. JAMA Dermatology, 2019; DOI: 10.1001/jamadermatol.2019.1121

Δείτε επίσης