Παχυσαρκία: Η επιδημία ξεκίνησε με την κατανάλωση ζάχαρης στην παιδική ηλικία πριν από δεκαετίες

Τα τρέχοντα ποσοστά παχυσαρκίας σε ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να είναι το αποτέλεσμα διατροφικών αλλαγών που έλαβαν χώρα πριν από δεκαετίες, σύμφωνα με μελέτη που δημοσίευσαν ερευνητές από το  University of Tennessee (UT), στο Knoxville.

“Ενώ οι περισσότερες μελέτες δημόσιας υγείας επικεντρώνονται στις τρέχουσες συμπεριφορές και δίαιτες, κάναμε μια νέα προσέγγιση και εξετάσαμε πώς οι δίαιτες που καταναλώνουμε στην παιδική μας ηλικία επηρεάζουν τα επίπεδα παχυσαρκίας τώρα που είμαστε ενήλικες”, δήλωσε ο Alex Bentley, επικεφαλής του Τμήματος Ανθρωπολογίας University of Tennessee.

Η κατανάλωση υπερβολικής ζάχαρης, ιδιαίτερα στα ζαχαρούχα ποτά, είναι γνωστό ότι συνεισφέρει τόσο στην παιδική παχυσαρκία όσο και στην παχυσαρκία των ενηλίκων. Πολλές μελέτες έχουν εντοπίσει τη ζάχαρη ως κύριο παράγοντα για την επιδημία της παχυσαρκίας. Ένα πρόβλημα με αυτή τη θεωρία, ωστόσο, ήταν ότι η κατανάλωση ζάχαρης στις ΗΠΑ άρχισε να μειώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ενώ τα ποσοστά παχυσαρκίας συνέχισαν να αυξάνονται μέχρι το 2010.

Μέχρι το 2016, σχεδόν το 40% των ενηλίκων στις ΗΠΑ – λίγο πάνω από 93 εκατομμύρια άτομα – επλήγη από την παχυσαρκία. Στο Τενεσί, το ποσοστό παχυσαρκίας των ενηλίκων τριπλασιάστηκε, από περίπου 11% το 1990 σε σχεδόν 35% το 2016. Μέχρι το 2017, ωστόσο, η παχυσαρκία στο Τενεσί είχε μειωθεί κατά 2% από το προηγούμενο έτος.

Το ερώτημα είναι αν οι δίαιτες υψηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη στην παιδική ηλικία έχουν μακροχρόνιες επιπτώσεις. Αν ναι, οι αλλαγές που βλέπουμε τώρα στα ποσοστά παχυσαρκίας των ενηλίκων μπορεί να έχουν αρχίσει πριν από δεκαετίες, όταν οι παχύσαρκοι ενήλικες ήταν ακόμη παιδιά.

“Από τη δεκαετία του 1970, πολλές παιδικές τροφές έχουν εξαιρετικά υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη”, δήλωσε η Hillary Fouts, καθηγήτρια στο Τμήμα Παιδαγωγικών και Οικογενειακών Σπουδών του UT. “Άλλες ανεξάρτητες μελέτες στον τομέα της ιατρικής και της διατροφής έχουν δείξει ότι η κατανάλωση ζάχαρης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να προκαλέσει αύξηση των λιποκυττάρων στα παιδιά”, πρόσθεσε.

“Μέχρι στιγμής, καμία μελέτη δεν είχε διερευνήσει τη χρονική καθυστέρηση μεταξύ της αυξημένης κατανάλωσης ζάχαρης και των αυξανόμενων ποσοστών παχυσαρκίας”, λέει ο Damian Ruck, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο UT. Oι συγγραφείς μοντελοποίησαν την αύξηση της παχυσαρκίας των ενηλίκων των ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1990 ως αποτέλεσμα της αυξημένης κατανάλωσης ζάχαρης που μετράται μεταξύ των παιδιών στη δεκαετία του 1970 και του 1980.

Οι ερευνητές εξέτασαν το μοντέλο τους χρησιμοποιώντας εθνικά δεδομένα σχετικά με την παχυσαρκία που συλλέχθηκαν μεταξύ 2004 και 1990 από τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων. Συγκρίθηκαν τα ποσοστά παχυσαρκίας με την ετήσια κατανάλωση ζάχαρης από το 1970, χρησιμοποιώντας τα κατά κεφαλήν στοιχεία που εκδόθηκαν από το Υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ. Το μοντέλο καταγράφει επίσης σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο τα ποσοστά παχυσαρκίας διαφέρουν ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα μεταξύ των παιδιών και των εφήβων.

“Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι οι διατροφικές συνήθειες που έχουν μάθει τα παιδιά πριν από 30 ή 40 χρόνια θα μπορούσαν να εξηγήσουν την κρίση της παχυσαρκίας των ενηλίκων που εμφανίστηκε χρόνια αργότερα”, δήλωσε ο Ruck.

Ένα μεγάλο μέρος της αύξησης της ζάχαρης πριν από το 2000 ήταν από το σιρόπι καλαμποκιού υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη (HFCS), το οποίο μετά το 1970 έγινε γρήγορα το κύριο γλυκαντικό στα αναψυκτικά και ένα κοινό συστατικό στα επεξεργασμένα τρόφιμα. Στην αιχμή της κατανάλωσης της ζάχαρης, το 1999, κατά μέσο όροι οι Αμερικανοί κατανάλωναν περίπου 27 κιλά HFCS ετησίως και πάνω από 400 θερμίδες ημερησίως περίσσεια σακχάρων.

Η κατανάλωση ζάχαρης στις ΗΠΑ έχει μειωθεί από το 2000. “Εάν το 2016 αποδειχθεί ότι είναι η αιχμή του ποσοστού παχυσαρκίας,” είπε ο Bentley, “αυτό είναι συμπτωματικά μια γενιά μετά την αιχμή της υπερκατανάλωσης ζάχαρης”.

Οι ερευνητές σχεδιάζουν να συνεχίσουν τη διερεύνηση της επίδρασης των ζαχαρούχων γλυκαντικών ποτών. “Αυτό είναι σημαντικό επειδή η παχυσαρκία επηρεάζει δυσανάλογα τους φτωχούς”, δήλωσε ο Bentley.

Σε μια άλλη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Palgrave Communications το 2018, ο Bentley και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι η σχέση μεταξύ χαμηλού εισοδήματος και υψηλών ποσοστών παχυσαρκίας έγινε αισθητή σε εθνική κλίμακα στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η μελέτη αυτή έδειξε ότι η σύνδεση μεταξύ του εισοδήματος των νοικοκυριών και του ποσοστού παχυσαρκίας έχει αυξηθεί σταθερά, από σχεδόν καμία συσχέτιση το 1990 σε μια πολύ ισχυρή συσχέτιση μέχρι το 2016.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Economics and Human Biology.

Πηγή: U.S. obesity as delayed effect of excess sugar. Economics & Human Biology, DOI: 10.1016/j.ehb.2019.100818.

Δείτε επίσης