Η μαστογραφία παραμένει ο ακρογωνιαίος λίθος του προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του μαστού. Ωστόσο, για ένα σημαντικό ποσοστό γυναικών η εξέταση αυτή έχει έναν σημαντικό περιορισμό: τον πυκνό μαστικό ιστό. Ο μαστός αποτελείται από λιπώδη, ινώδη και αδενικό ιστό. Όταν ο αδενικός και ο ινώδης ιστός υπερτερούν του λιπώδους, ο μαστός χαρακτηρίζεται ως πυκνός.
Το σύστημα ταξινόμησης BI-RADS του Αμερικανικού Κολλεγίου Ακτινολογίας διακρίνει τέσσερις κατηγορίες: A (σχεδόν εξ ολοκλήρου λιπώδης), B (διάσπαρτες πυκνές περιοχές), C (ετερογενώς πυκνός) και D (εξαιρετικά πυκνός). Σε μια μεγάλη ανάλυση 301.400 εξετάσεων, το 37% των γυναικών είχαν κατηγορία C και σχεδόν το 4% κατηγορία D.
Το πρόβλημα είναι ότι τόσο ο πυκνός ιστός όσο και οι περισσότεροι καρκίνοι εμφανίζονται λευκοί στη μαστογραφία. Αυτό δημιουργεί ένα φαινόμενο «κάλυψης»: ο όγκος μπορεί να κρύβεται μέσα στον φυσιολογικό πυκνό ιστό και να μην είναι ορατός. Η πυκνότητα δεν δυσκολεύει μόνο την ανίχνευση. Σχετίζεται και με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Μια μελέτη του 2025 στο American Journal of Epidemiology έδειξε ότι οι γυναίκες με πυκνούς μαστούς έχουν 1,7 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο καρκίνου του μαστού σε σύγκριση με γυναίκες με μη πυκνούς μαστούς.
Ο κίνδυνος αυξάνεται σημαντικά με τον βαθμό πυκνότητας. Η ηλικιακά προσαρμοσμένη εκτίμηση σχετικού κινδύνου για την κατηγορία D (εξαιρετικά πυκνός μαστός) φτάνει το 4,0. Μεταφρασμένο σε απόλυτο κίνδυνο μετά την ηλικία των 50 ετών, ο κίνδυνος είναι 6,2% για το ένα τρίτο των γυναικών με τη χαμηλότερη πυκνότητα και 14,7% για το 5% των γυναικών με την υψηλότερη πυκνότητα. Αυτό σημαίνει ότι ο κίνδυνος για μια γυναίκα με εξαιρετικά πυκνό μαστό είναι υπερδιπλάσιος.
Τομοσύνθεση: Η τρισδιάστατη μαστογραφία
Η ψηφιακή τομοσύνθεση μαστού είναι μια εξέλιξη της κλασικής μαστογραφίας. Αντί για μία μόνο δισδιάστατη εικόνα, λαμβάνονται πολλαπλές τομές του μαστού από διαφορετικές γωνίες, οι οποίες ανασυνθέτουν μια τρισδιάστατη απεικόνιση. Αυτό επιτρέπει στον ακτινολόγο να «διαβάσει» τον μαστό σε στρώματα, ξεπερνώντας το πρόβλημα της επικάλυψης του πυκνού ιστού.
Η μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη TOSYMA, που διεξήχθη στη Γερμανία από το 2018 έως το 2020 με περίπου 100.000 συμμετέχουσες, έδειξε ότι η τομοσύνθεση με συνθετική μαστογραφία ανιχνεύει 48% περισσότερους διηθητικούς καρκίνους σε σύγκριση με την κλασική ψηφιακή μαστογραφία. Στις γυναίκες με εξαιρετικά πυκνό μαστό, η διαφορά ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή: η ανίχνευση διηθητικών καρκίνων ήταν περίπου 250% υψηλότερη με την τομοσύνθεση.
Η ευαισθησία της τομοσύνθεσης παραμένει σαφώς καλύτερη από την κλασική μαστογραφία ακόμη και σε πυκνούς μαστούς, φτάνοντας περίπου το 62% για γυναίκες με εξαιρετικά πυκνό μαστό (κατηγορία D), έναντι περίπου 93% για γυναίκες με λιπώδη μαστό (κατηγορία A). Παρόλο που το ποσοστό αυτό δείχνει τον περιορισμό ακόμη και της τομοσύνθεσης σε εξαιρετικά πυκνούς μαστούς, παραμένει σημαντικά υψηλότερο από εκείνο της δισδιάστατης μαστογραφίας. Για τις γυναίκες με πυκνό μαστικό ιστό, η τομοσύνθεση δεν είναι απλώς μια καλύτερη εικόνα. Είναι ένα εργαλείο που μπορεί να κάνει τη διαφορά μεταξύ έγκαιρης διάγνωσης και καθυστερημένης ανίχνευσης.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες σήμερα τείνουν να συστήνουν την τομοσύνθεση ως προτιμώμενη μέθοδο για τον προσυμπτωματικό έλεγχο, με ιδιαίτερη έμφαση σε γυναίκες με πυκνότητα BI-RADS C ή D. Στις ΗΠΑ, από τον Σεπτέμβριο του 2024, ο FDA απαιτεί από όλες τις μονάδες μαστογραφίας να ενημερώνουν τις γυναίκες για την πυκνότητα του μαστού τους, χρησιμοποιώντας τυποποιημένες κατηγορίες.
Η πυκνότητα του μαστού από μόνη της δεν αρκεί για να καθορίσει αν μια γυναίκα χρειάζεται επιπλέον εξετάσεις. Οι αποφάσεις για συμπληρωματικό έλεγχο λαμβάνονται με βάση τον συνολικό κίνδυνο κάθε γυναίκας: οικογενειακό ιστορικό, γενετική προδιάθεση, προηγούμενες βιοψίες, ηλικία. Για γυναίκες με εξαιρετικά πυκνό μαστό (κατηγορία D), η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Απεικόνισης Μαστού (EUSOBI) συνιστά μαγνητική τομογραφία ανά 2-4 χρόνια, βασισμένη στα ισχυρά δεδομένα της μελέτης DENSE. Οι κατευθυντήριες οδηγίες του NCCN και του Αμερικανικού Κολλεγίου Ακτινολογίας συμφωνούν ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία για σύσταση μαγνητικής σε γυναίκες με εξαιρετικά πυκνό μαστό. Ωστόσο, η μαγνητική έχει υψηλότερο κόστος και αυξημένο κίνδυνο ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων, γι’ αυτό και δεν συνιστάται σε όλες τις γυναίκες ανεξαιρέτως.
Τι πρέπει να κάνετε
Μάθετε την πυκνότητα του μαστού σας. Στις ΗΠΑ, η ενημέρωση είναι υποχρεωτική από τον FDA. Στην Ελλάδα, η ενημέρωση δεν είναι ακόμη υποχρεωτική, αλλά μπορείτε να ζητήσετε από τον ακτινολόγο να σας πει σε ποια κατηγορία BI-RADS ανήκετε. Συζητήστε με τον γιατρό σας. Αν ο μαστός σας είναι πυκνός, ρωτήστε αν η τομοσύνθεση είναι διαθέσιμη στη μονάδα όπου κάνετε τη μαστογραφία σας. Στην Ελλάδα, η τομοσύνθεση είναι διαθέσιμη σε αρκετά ιδιωτικά κέντρα, όπως το Metropolitan Hospital, το ΙΑΣΩ, το ΛΗΤΩ, η Euromedica και το ΥΓΕΙΑ. Ωστόσο, δεν καλύπτεται ακόμη από τον ΕΟΠΥΥ στο πλαίσιο του εθνικού προγράμματος προσυμπτωματικού ελέγχου, το οποίο περιλαμβάνει ψηφιακή μαστογραφία και υπερηχογράφημα.
Μην παραλείψετε τον τακτικό έλεγχο. Η πυκνότητα δεν αλλάζει τη βασική σύσταση: η μαστογραφία παραμένει απαραίτητη. Η τομοσύνθεση είναι το επόμενο βήμα για πιο ακριβή απεικόνιση, όχι αντικατάσταση της εξέτασης. Το εθνικό πρόγραμμα «Φώφη Γεννηματά» προσφέρει δωρεάν ψηφιακή μαστογραφία σε γυναίκες 45 έως 74 ετών.

























