Η λέξη «στίγμα» δεν είναι μια αόριστη μεταφορά. Έχει σώμα, ιστορία και συνέπειες. Στα αρχαία ελληνικά, στίγμα σήμαινε το σημάδι που χαρασσόταν ή καιγόταν πάνω στο δέρμα — ένα «vypálené znamení», όπως το διατυπώνει η ετυμολογίακή ανάλυση, δηλαδή ένα σημάδι καμένο με πυρωμένο σίδερο. Δεν ήταν απλώς ένα σημάδι· ήταν μια δημόσια δήλωση ότι αυτό το σώμα ανήκε σε κάποιον άλλο, ή ότι είχε διαπράξει κάτι που το καθιστούσε ανάξιο εμπιστοσύνης. Ο Πλάτων, στους Νόμους, ορίζει ρητά ότι ο δούλος ή ο ξένος που διαπράττει ιεροσυλία πρέπει να μαστιγωθεί και να στιγματιστεί στο πρόσωπο και στα χέρια, ενώ ο πολίτης τιμωρείται με θάνατο. Το στίγμα ήταν, από την αρχή, μια τεχνολογία εξουσίας: έγραφε πάνω στο σώμα μια κοινωνική απόφαση για το ποιος ανήκει και ποιος δεν ανήκει.
Αυτή η αρχαία πρακτική αποκαλύπτει κάτι που διαρκεί μέχρι σήμερα. Το στίγμα δεν είναι μια ιδιότητα του ατόμου· είναι μια σχέση εξουσίας που υλοποιείται μέσω ενός χαρακτηριστικού. Το χαρακτηριστικό μπορεί να είναι οπτικό (ένα σημάδι, ένα σώμα, ένα αναπηρικό αμαξίδιο), ή αόρατο (μια διάγνωση, μια σεξουαλική ταυτότητα, μια οικογενειακή κατάσταση). Αυτό που το καθιστά στίγμα δεν είναι το ίδιο το χαρακτηριστικό, αλλά η κοινωνική ερμηνεία που το μετατρέπει σε απόδειξη ελαττώματος, ενοχής ή κατωτερότητας.
Η θεωρία: Goffman και οι διάδοχοί του
Η σύγχρονη κατανόηση του στίγματος ξεκινά από τον Erving Goffman και το βιβλίο του Stigma: Notes on the Management of Spoiled Identity (1963). Ο Goffman ορίζει το στίγμα ως ένα «χαρακτηριστικό που υποτιμά σοβαρά» το άτομο, με αποτέλεσμα να μειώνεται «από ένα ολοκληρωμένο και συνηθισμένο πρόσωπο σε ένα μολυσμένο, υποτιμημένο» ον. Η φράση-κλειδί είναι το «spoiled identity» — η «χαλασμένη ταυτότητα». Το στίγμα δεν αφήνει την ταυτότητα ανέπαφη· την τροποποιεί. Το άτομο δεν είναι πια απλώς ένας άνθρωπος που τυχαίνει να έχει μια ασθένεια· γίνεται «ο ασθενής», «ο φορέας», «ο παχύσαρκος», «ο ψυχικά ασθενής». Η ιδιότητα καταναλώνει το πρόσωπο.
Ο Goffman εισάγει επίσης τη διάκριση μεταξύ «εικονικής» και «πραγματικής» κοινωνικής ταυτότητας. Η εικονική ταυτότητα είναι αυτό που οι άλλοι περιμένουν ότι είναι κάποιος με βάση την κατηγορία στην οποία ανήκει. Η πραγματική ταυτότητα είναι αυτό που πραγματικά είναι. Το στίγμα δημιουργεί ένα χάσμα ανάμεσα στις δύο: οι άλλοι βλέπουν την κατηγορία, όχι το πρόσωπο. Και το άτομο, μέσα σε αυτό το χάσμα, αναπτύσσει στρατηγικές διαχείρισης της πληροφορίας — τι θα πει, σε ποιον, πότε. Η απόκρυψη γίνεται κεντρική: ο φορέας του HIV δεν λέει ότι είναι φορέας· ο άνθρωπος με κατάθλιψη δεν λέει ότι παίρνει αντικαταθλιπτικά· ο δυσλεκτικός δεν λέει ότι δυσκολεύεται να διαβάσει.
Ο Goffman περιγράφει επίσης το «courtesy stigma» — το «στίγμα ευγένειας» ή δευτερογενές στίγμα. Δεν είναι μόνο το άτομο που φέρει το χαρακτηριστικό· είναι και όσοι συνδέονται μαζί του. Οι οικογένειες, οι σύντροφοι, ακόμη και οι επαγγελματίες που το φροντίζουν μπορεί να υποστούν δευτερογενή στιγματισμό, επειδή «λερώνονται» από τη σύνδεση. Αυτό εξηγεί γιατί η οικογένεια συχνά συμμετέχει στην απόκρυψη: δεν προστατεύει μόνο τον ασθενή· προστατεύει τον εαυτό της.
Η θεωρία του Goffman είναι μικροκοινωνιολογική: εστιάζει στις καθημερινές αλληλεπιδράσεις, στα βλέμματα, στις παύσεις, στις στρατηγικές του ατόμου. Αλλά το στίγμα δεν είναι μόνο διαπροσωπικό. Είναι και δομικό. Οι Bruce Link και Jo Phelan, στο άρθρο τους «Conceptualizing Stigma» (2001), διεύρυναν την ανάλυση. Υποστηρίζουν ότι το στίγμα υπάρχει όταν συντρέχουν έξι συνθήκες: (1) κάποια διαφορά επισημαίνεται και χαρακτηρίζεται, (2) η διαφορά συνδέεται με αρνητικά στερεότυπα, (3) τα άτομα που φέρουν τη διαφορά τοποθετούνται σε ξεχωριστή κατηγορία («εμείς» και «αυτοί»), (4) υφίστανται απώλεια статуса και διακρίσεις, (5) η στιγματοποίηση λαμβάνει χώρα σε ένα πλαίσιο εξουσίας, και (6) υπάρχει συναισθηματική αντίδραση από την πλευρά εκείνων που στιγματίζουν.
Η κρίσιμη λέξη είναι η εξουσία. Χωρίς εξουσία, δεν υπάρχει στίγμα. Ένα παιδί μπορεί να κοροϊδέψει ένα άλλο παιδί, αλλά δεν μπορεί να το αποκλείσει από την εκπαίδευση, την εργασία ή την υγειονομική περίθαλψη. Το στίγμα γίνεται δομικό όταν οι θεσμοί — τα νοσοκομεία, τα σχολεία, οι επιχειρήσεις, τα κράτη — ενσωματώνουν τις προκαταλήψεις σε πολιτικές και πρακτικές. Ο Link και ο Phelan μιλούν για δομικό στίγμα (structural stigma), το οποίο δεν απαιτεί την πρόθεση ενός μεμονωμένου ατόμου· είναι ενσωματωμένο στους κανόνες του συστήματος.
Ο Mitchell Weiss και η Ramakrishna, στο πλαίσιο της έρευνας για την υγεία, έδωσαν έναν ορισμό που ενσωματώνει αυτή τη δομική διάσταση: «Το στίγμα είναι μια κοινωνική διαδικασία, βιωμένη ή αναμενόμενη, που χαρακτηρίζεται από αποκλεισμό, απόρριψη, κατηγορία ή υποτίμηση, και προκύπτει από την εμπειρία, την αντίληψη ή την προσμονή μιας δυσμενούς κοινωνικής κρίσης». Η λέξη «αναμενόμενη» είναι καθοριστική. Το στίγμα δεν είναι μόνο αυτό που συμβαίνει· είναι και αυτό που περιμένεις ότι θα συμβεί. Και η προσμονή μπορεί να είναι πιο καταλυτική από το ίδιο το γεγονός.
Η αρχαία φιλοσοφία: Ο Στωικισμός και η αταραξία απέναντι στην κοινωνική κρίση
Η αρχαία φιλοσοφία δεν είχε την έννοια του «στίγματος» με τη σύγχρονη κοινωνιολογική σημασία. Αλλά είχε κάτι εξίσου σημαντικό: μια ηθική τεχνολογία για το πώς να αντιμετωπίζεις την κοινωνική κρίση, την ασθένεια και την αναπηρία χωρίς να χάνεις την αξιοπρέπειά σου.
Ο Στωικισμός, ιδιαίτερα όπως τον διατυπώνει ο Επίκτητος, κάνει μια ριζική διάκριση: υπάρχουν πράγματα που εξαρτώνται από εμάς (η γνώμη μας, η στάση μας, η βούλησή μας) και πράγματα που δεν εξαρτώνται (το σώμα, η φήμη, τα υπάρχοντα). Το στίγμα ανήκει στη δεύτερη κατηγορία: είναι η γνώμη των άλλων, κάτι που δεν ελέγχουμε. Ο Επίκτητος λέει ότι αν κάποιος μας κακολογήσει, δεν πρέπει να αμυνθούμε· πρέπει να πούμε: «Δεν ήξερε τις άλλες μου αρετές, αλλιώς δεν θα έλεγε μόνο αυτά». Η αταραξία δεν είναι αδιαφορία· είναι η άρνηση να δώσεις σε μια εξωτερική κρίση την εξουσία να ορίσει την εσωτερική σου αξία. Ο Μάρκος Αυρήλιος γράφει: «Πάρε μακριά τη γνώμη σου για οποιονδήποτε φανταστικό πόνο, και εσύ ο ίδιος βρίσκεσαι σε ασφάλεια». Και αλλού: «Τα πάντα συμβαίνουν όπως συνήθως και οικεία — όπως το τριαντάφυλλο την άνοιξη και ο καρπός το φθινόπωρο. Το ίδιο ισχύει για την ασθένεια και τον θάνατο και τη συκοφαντία και την προδοσία».
Ο Στωικισμός δεν λέει ότι το στίγμα δεν πονάει. Λέει ότι ο πόνος του στίγματος δεν είναι αναγκαστικά δικός σου. Είναι μια πρόταση για το πώς να διατηρήσεις την εσωτερική ελευθερία όταν ο κόσμος σε κρίνει. Δεν λύνει το δομικό πρόβλημα — ο Επίκτητος ήταν δούλος και ήξερε ότι η δουλεία δεν ήταν απλώς «γνώμη» — αλλά προσφέρει μια ηθική στάση απέναντι στην κοινωνική απαξίωση που διατηρεί την αξιοπρέπεια.
Ο Βουδισμός, το κάρμα και η παγίδα της ηθικοποίησης της ασθένειας
Ο Βουδισμός έχει μια πιο περίπλοκη σχέση με το στίγμα. Στη διδασκαλία του, η ασθένεια, η αναπηρία και η δυστυχία είναι μέρος της dukkha — της παγκόσμιας δυσαρέσκειας και του πόνου που είναι εγγενής στην ύπαρξη. Η συμπόνια (karuṇā) είναι κεντρική αρετή: ο πόνος του άλλου δεν είναι λόγος για περιφρόνηση αλλά για σύνδεση. Η Pema Chödrön γράφει ότι «αυτό που συνήθως θεωρούμε πρόβλημα γίνεται η πηγή της ενσυναίσθησης, ένας τρόπος να συνδεθούμε με τη φυσική ζεστασιά της καρδιάς μας». Και προσθέτει: «Όσο άσχημες κι αν είναι οι συνθήκες μας· όσο άρρωστοι ή ανάπηροι κι αν είμαστε, είναι ακόμη μια πολύτιμη γέννηση αν χρησιμοποιήσουμε αυτές τις δυσκολίες για να ξυπνήσουμε τη συμπόνια και την καλοσύνη».
Αλλά ο Βουδισμός έχει και μια σκοτεινή πλευρά, που σχετίζεται με τη λαϊκή ερμηνεία του κάρμα. Στη θεωρία του κάρμα, οι πράξεις του παρελθόντος (σε αυτή ή σε προηγούμενες ζωές) καθορίζουν τις συνθήκες του παρόντος. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια ηθικοποίηση της ασθένειας: αν είσαι άρρωστος ή ανάπηρος, είναι επειδή έκανες κάτι κακό. Η έρευνα δείχνει ότι η στιγματοποίηση της λέπρας, για παράδειγμα, προέρχεται εν μέρει από θρησκευτικές και πολιτισμικές πεποιθήσεις όπως το «κάρμα», η «αμαρτία» ή η «κατάρα». Σε ορισμένες βουδιστικές κοινωνίες, τα άτομα με αναπηρία «πρέπει να κρύβονται από τα μάτια μέσα στο σπίτι, να κρατούνται ως οικογενειακό στίγμα ενώ περιμένουν βοήθεια ως παθητικά αντικείμενα».
Η ίδια η βουδιστική παράδοση αναγνωρίζει αυτόν τον κίνδυνο. Σύγχρονοι Βουδιστές στοχαστές επισημαίνουν ότι η «αφελής» χρήση της θεωρίας του κάρμα — που αποδίδει ενοχή και ντροπή για πράξεις του παρελθόντος — «αγνοεί τις περιπλοκές της βουδιστικής ψυχολογίας του (μη-)εαυτού». Το κάρμα, στην ορθόδοξη βουδιστική σκέψη, δεν είναι μια μηχανή ηθικής ανταπόδοσης· είναι ένας νόμος αιτιότητας που περιλαμβάνει αμέτρητους παράγοντες, και η ατομική ευθύνη δεν μπορεί να απομονωθεί με τον τρόπο που κάνει η λαϊκή ερμηνεία. Ο Βουδισμός δεν είναι εγγενώς στιγματιστικός, αλλά η λαϊκή κάρμα-ερμηνεία μπορεί να γίνει ένα ισχυρό εργαλείο στιγματισμού.
Το ιατρικό στίγμα: Από τη λέπρα στο AIDS
Η ιστορία του ιατρικού στίγματος είναι μια ιστορία μετατοπίσεων. Κάθε εποχή έχει τις δικές της «στιγματισμένες» ασθένειες, και ο κατάλογος αλλάζει ανάλογα με τους φόβους, τις αξίες και τις εξουσίες της εποχής.
Η λέπρα είναι το αρχέτυπο. Στη Βιβλική εποχή, η νόσος ήταν ευρέως στιγματισμένη, και οι ασθενείς αποκλείονταν από την κοινότητα. Ο μεσαιωνικός «λεπρός» ήταν ένας ζωντανός νεκρός, που έπρεπε να κουδουνίζει για να προειδοποιεί τους άλλους. Η στιγματοποίηση δεν ήταν απλώς φόβος μετάδοσης· ήταν ηθική κρίση. Η λέπρα θεωρούνταν σημάδι αμαρτίας ή κατάρας. Και όταν η νόσος υποχώρησε από την Ευρώπη, το στίγμα παρέμεινε σε άλλες περιοχές, όπου οι ασθενείς εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν απομόνωση και απόρριψη.
Η φυματίωση ήταν η ασθένεια του 19ου αιώνα που φορτίστηκε με ρομαντισμό και φρίκη. Η Susan Sontag, στο Illness as Metaphor (1978), έδειξε πώς η φυματίωση αντιμετωπίστηκε ως «ασθένεια της ψυχής», ένα σημάδι ευαισθησίας ή καταστροφής. Ο ασθενής ήταν «καταναλωμένος» — η ίδια η λέξη υποδήλωνε μια εσωτερική φθορά που δεν ήταν μόνο βιολογική. Η Sontag επέκτεινε την ανάλυση στο AIDS στο AIDS and Its Metaphors (1989), δείχνοντας πώς η νόσος φορτίστηκε με ηθικές μεταφορές: ήταν «τιμωρία» για σεξουαλική απελευθέρωση, για ομοφυλοφιλία, για ναρκωτικά. Ο φορέας δεν ήταν απλώς άρρωστος· ήταν ένοχος.
Το AIDS παραμένει το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ηθικοποιημένου ιατρικού στίγματος. Στις δεκαετίες του 1980 και 1990, η διάγνωση ισοδυναμούσε με κοινωνικό θάνατο πριν από τον βιολογικό. Οι άνθρωποι έχαναν δουλειές, σπίτια, οικογένειες. Η έρευνα δείχνει ότι ακόμη και σήμερα, με τις αποτελεσματικές θεραπείες, το στίγμα παραμένει: «Το να λες σε όλους δεν είναι εύκολο. Οι άνθρωποι θα… Κανείς δεν θα σε σεβαστεί, γιατί θα είσαι “ένας άνθρωπος με AIDS”». Ένας νεαρός μαύρος ομοφυλόφιλος άνδρας περιγράφει την εμπειρία του ως «καταστροφική» και λέει ότι είναι «απλώς ένα μικρόβιο τώρα», αναπαράγοντας τον ορισμό του Goffman για το άτομο που μειώνεται στην «σημασμένη» του ιδιότητα. Το στίγμα του HIV είναι πολλαπλό: συνδυάζει τον φόβο της μετάδοσης, την ηθική καταδίκη της σεξουαλικότητας και των ναρκωτικών, και — σε πολλές κοινωνίες — τον ρατσισμό και την ομοφοβία. Είναι ένα «triply cursed» στίγμα, όπως το περιγράφουν οι έρευνες.
Η ψυχική ασθένεια έχει το πιο ανθεκτικό στίγμα, γιατί συνδέεται με τον φόβο του απρόβλεπτου και την αμφισβήτηση της ίδιας της ορθολογικότητας του ατόμου. Η θεωρία της επισήμανσης (labeling theory) του Thomas Scheff υποστηρίζει ότι η ψυχική ασθένεια είναι σε μεγάλο βαθμό μια κοινωνική κατασκευή: η κοινωνία επιλέγει ορισμένες συμπεριφορές, τις χαρακτηρίζει «παθολογικές» και επιβάλλει την ετικέτα. Μόλις κάποιος χαρακτηριστεί «ψυχικά ασθενής», όλη η συμπεριφορά του ερμηνεύεται μέσα από αυτό το πρίσμα. Ο Scheff γράφει ότι η ετικέτα λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Και ο Rosenhan, στη διάσημη μελέτη του «On Being Sane in Insane Places» (1973), έδειξε ότι οι ψυχίατροι δεν μπορούσαν να διακρίνουν τους υγιείς από τους ασθενείς όταν οι πρώτοι νοσηλεύονταν με ψευδή συμπτώματα: «η ετικέτα χρωματίζει βαθύτατα την αντίληψη των άλλων γι’ αυτόν και τη συμπεριφορά του». Το στίγμα της ψυχικής ασθένειας δεν είναι απλώς μια λανθασμένη πεποίθηση· είναι ένας θεσμικός μηχανισμός που παράγει αποκλεισμό.
Η παχυσαρκία είναι το πιο κανονικοποιημένο στίγμα. Σε αντίθεση με άλλες ασθένειες, όπου το στίγμα θεωρείται κατάλοιπο του παρελθόντος, το στίγμα του βάρους είναι κοινωνικά αποδεκτό ακόμη και στον 21ο αιώνα. Οι έρευνες των Puhl και Brownell δείχνουν ότι το 28% των δασκάλων σε μια μελέτη δήλωσε ότι «το να γίνεις παχύσαρκος είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο». Οι παχύσαρκοι περιγράφονται ως «τεμπέληδες, ανόητοι, χωρίς αυτοπειθαρχία και χωρίς κίνητρα». Και η διάκριση λόγω βάρους είναι μία από τις πιο κοινές μορφές διακρίσεων, ιδιαίτερα για τις γυναίκες: «η διάκριση λόγω βάρους ήταν πιο κοινή από τη διάκριση λόγω φυλής».
Ο καρκίνος του πνεύμονα κουβαλά το πιο συγκεκριμένο στίγμα: την κατηγορία για το κάπνισμα. Οι ασθενείς ακούνε συνεχώς: «Έπρεπε να το είχες κόψει». Μια ασθενής λέει: «Οι άνθρωποι αυτόματα σκέφτονται ότι το προκάλεσες μόνος σου». Και μια άλλη: «Ένιωθα ότι άξιζα την περιφρόνηση των ανθρώπων, ότι τα χρόνια εθισμού στη νικοτίνη σήμαιναν ότι δεν ήμουν άξια συμπόνιας». Το στίγμα δεν αφορά μόνο τους καπνιστές· ακόμη και οι μη καπνιστές με καρκίνο του πνεύμονα αναφέρουν ότι νιώθουν «ένα νέον φως πάνω από το κεφάλι τους», γιατί η κοινωνία υποθέτει ότι ο καρκίνος του πνεύμονα είναι πάντα «αυτοπροκληθείς».
Ο διαβήτης τύπου 2 έχει ένα στίγμα που βασίζεται στην ηθική κρίση του τρόπου ζωής. Οι ασθενείς περιγράφουν την εμπειρία τους ως «blame and shame disease» — ασθένεια της κατηγορίας και της ντροπής. Νιώθουν ότι πρέπει να αποδείξουν ότι δεν είναι «ανεύθυνοι», και ότι οι γιατροί τούς βλέπουν ως «ανυπάκουα παιδιά ή ανόητους ενήλικες». Μια γυναίκα λέει: «Έχω γευτεί την κατηγορία… υπάρχει μια στάση κατηγορίας και ταπείνωσης, αν έχεις πρόβλημα βάρους μαζί με διαβήτη, σαν να είσαι υπεύθυνος, σαν να το προκάλεσες μόνος σου».
Τα κοινωνικά στίγματα: Από τη «γεροντοκόρη» στη δυσλεξία
Το στίγμα δεν αφορά μόνο την υγεία. Είναι ένας γενικός μηχανισμός που λειτουργεί σε κάθε πεδίο όπου μια διαφορά μπορεί να μετατραπεί σε απόδειξη ελαττώματος. Και η λογική είναι η ίδια: μια κατηγορία, ένα στερεότυπο, μια ιεραρχία, μια απώλεια δύναμης.
Η «γεροντοκόρη» είναι ένα από τα πιο διαχρονικά κοινωνικά στίγματα. Στην πρώιμη νεότερη Αγγλία, οι άγαμες γυναίκες που περνούσαν την «ηλικία του γάμου» — περίπου τα τριάντα — χαρακτηρίζονταν «old maids», ένας όρος «φορτωμένος με αρνητικές συν connotaciones». Οι αρνητικές εικόνες τις περιέγραφαν ως «άχρηστες, μοναχικές, στείρες και ερημωμένες» και «είτε να τις λυπάσαι είτε να τις περιφρονείς». Η γυναίκα που δεν παντρεύτηκε ήταν κοινωνικά αόρατη ή γελοιοποιημένη. Το αντίστοιχο για τους άνδρες — ο «γεροντοπαλίκαρο» — υπήρχε, αλλά ήταν πολύ πιο ήπιο: ο άγαμος άνδρας μπορούσε να είναι «εκκεντρικός» ή «ελεύθερος», ενώ η άγαμη γυναίκα ήταν «αποτυχημένη». Η διαφορά δεν είναι βιολογική· είναι η διαφορά στην εξουσία. Το στίγμα της «γεροντοκόρης» δεν αφορά την έλλειψη συντρόφου· αφορά την τιμωρία της γυναικείας ανεξαρτησίας σε μια κοινωνία που όριζε τη γυναίκα μέσω του γάμου και της μητρότητας.
Η δυσλεξία είναι ένα παράδειγμα αόρατου στίγματος σε ένα θεσμικό πλαίσιο — το σχολείο. Η έρευνα δείχνει ότι τα παιδιά με δυσλεξία βιώνουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση και μειωμένη συναισθηματική ευεξία σε ακαδημαϊκά περιβάλλοντα. Η απόκρυψη της δυσλεξίας οδηγεί σε «σύγκρουση ταυτότητας και χαμηλή αυτοεκτίμηση». Αλλά υπάρχει και μια παράδοξη πλευρά: η ετικέτα της δυσλεξίας μπορεί να έχει ανακουφιστικό αποτέλεσμα, γιατί παρέχει μια «αποδεκτή εξήγηση» για τη δυσκολία στην ανάγνωση, αντί να θεωρείται το παιδί «τεμπέλικο ή διανοητικά καθυστερημένο». Το στίγμα, δηλαδή, δεν είναι μόνο καταστροφικό· μπορεί να είναι και στρατηγικό. Η ετικέτα αναγνωρίζει τη διαφορά, αλλά με ένα τίμημα: την ταυτότητα του «ειδικού».
Το στίγμα στην πράξη: Απόκρυψη, απομόνωση, δομικός αποκλεισμός
Η θεωρία γίνεται κατανοητή μόνο όταν δούμε τις συνέπειες. Το στίγμα δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα· είναι ένα κοινωνικό γεγονός που αλλάζει τη ζωή των ανθρώπων.
Η απόκρυψη είναι η πρώτη στρατηγική. Ο φορέας του HIV δεν λέει ότι είναι φορέας· ο άνθρωπος με κατάθλιψη δεν λέει ότι παίρνει φάρμακα· ο δυσλεκτικός κρύβει τις δυσκολίες του. Η απόκρυψη μειώνει τον κίνδυνο άμεσης απόρριψης, αλλά αυξάνει το ψυχολογικό βάρος. Ζεις με τον φόβο της αποκάλυψης. Και η αποκάλυψη μπορεί να έχει πραγματικό κόστος: απώλεια εργασίας, κοινωνική απομόνωση, ακόμη και βία.
Η απομόνωση είναι η δεύτερη συνέπεια. Οι άνθρωποι με στίγμα αποφεύγουν τις κοινωνικές επαφές για να μην εκτεθούν. Μια γυναίκα με καρδιακή ανεπάρκεια λέει: «Δεν πάω στο σούπερ μάρκετ κοντά στο σπίτι μου γιατί δεν θέλω να με δουν άνθρωποι που με ξέρουν… Θέλω να είμαι αόρατη». Η απομόνωση δεν είναι επιλογή· είναι άμυνα.
Ο δομικός αποκλεισμός είναι η τρίτη συνέπεια. Το στίγμα δεν είναι μόνο στις καρδιές των ανθρώπων· είναι στους θεσμούς. Οι πόρτες των νοσοκομείων είναι στενές, οι καρέκλες στα αεροπλάνα δεν χωρούν, οι πολιτικές απασχόλησης αποκλείουν. Μια γυναίκα με παχυσαρκία λέει: «Δεν χωράω σε μερικές καρέκλες. Τα καθίσματα του αεροπλάνου μπορεί να είναι άβολα λόγω πλάτους». Και μια άλλη: «Αποφεύγω θέατρα, λεωφορεία, καφετέριες — οπουδήποτε μπορεί να μην χωράω σωματικά ή να με κρίνουν». Το στίγμα είναι υλικό: είναι η αρχιτεκτονική, ο σχεδιασμός, οι κανόνες.
Το ερώτημα της υπερβολής: Είναι όλα στίγμα;
Η έννοια του στίγματος έχει διευρυνθεί τόσο πολύ που μερικές φορές χάνει την ειδική της βαρύτητα. Κάθε δυσκολία, κάθε αμηχανία, κάθε αρνητικό συναίσθημα μπορεί να χαρακτηριστεί «στίγμα». Αυτό είναι το σημείο όπου η κριτική είναι δίκαιη. Το στίγμα δεν είναι απλώς δυσαρέσκεια· είναι μια σχέση εξουσίας που παράγει αποκλεισμό. Αν όλα είναι στίγμα, τότε τίποτα δεν είναι στίγμα.
Υπάρχει επίσης μια ιδεολογική χρήση. Η ανάδειξη του στίγματος μπορεί να αποπολιτικοποιήσει την ασθένεια. Αντί να μιλάμε για τις δομικές αιτίες — την πρόσβαση στην υγεία, την ανισότητα, την εργασιακή ανασφάλεια — μιλάμε για «αλλαγή κουλτούρας» και «ενσυναίσθηση». Είναι πιο εύκολο να ζητήσεις από τους ανθρώπους να μην κρίνουν παρά να αλλάξεις το σύστημα. Το στίγμα γίνεται αποπροσανατολισμός.
Ο ρόλος της φαρμακοβιομηχανίας και των συλλόγων ασθενών
Οι εταιρείες έχουν ανακαλύψει ότι η «ευαισθητοποίηση» μπορεί να είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο μάρκετινγκ. Αν πείσεις το κοινό ότι μια κατάσταση είναι σοβαρή ασθένεια και όχι «θέμα τρόπου ζωής», τότε δικαιολογείς τη φαρμακευτική θεραπεία. Και αν ταυτόχρονα μιλήσεις για το στίγμα, φαίνεσαι και ως ο καλός της υπόθεσης. Η περίπτωση της Novo Nordisk στην Ισπανία είναι χαρακτηριστική: η καμπάνια «Η παχυσαρκία μπορεί να σκοτώσει» αποσύρθηκε μετά από αντιδράσεις ότι ήταν τρομοκρατική και ότι ενίσχυε το στίγμα αντί να το καταπολεμά. Οι σύλλογοι ασθενών βρίσκονται σε δύσκολη θέση: χρειάζονται χρηματοδότηση, αλλά υπάρχει πίεση να μην είναι πολύ επικριτικοί απέναντι στους χορηγούς τους.
Η σύνθεση: Το στίγμα ως σχέση εξουσίας
Το στίγμα δεν είναι μια αόριστη «κακή στάση». Είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί σε τρία επίπεδα. Στο μικρο-επίπεδο, είναι η ματιά, το σχόλιο, η παύση, η αποφυγή. Στο μέσο-επίπεδο, είναι η ετικέτα, η διάγνωση, η ταυτότητα που επιβάλλεται. Στο μακρο-επίπεδο, είναι ο θεσμός, ο νόμος, η αρχιτεκτονική, η κατανομή των πόρων.
Και στα τρία επίπεδα, η λογική είναι η ίδια: μια διαφορά μετατρέπεται σε απόδειξη ελαττώματος, και το έλαττωμα χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την απώλεια εξουσίας. Το στίγμα δεν είναι η διαφορά· είναι η τιμωρία της διαφοράς. Και η τιμωρία δεν είναι φυσική· είναι κοινωνική. Είναι η απόσυρση της αναγνώρισης, η αφαίρεση της φωνής, η άρνηση της συμμετοχής.
Η αρχαία ελληνική λέξη το έλεγε καθαρά: το στίγμα ήταν ένα σημάδι πάνω στο σώμα. Η σύγχρονη έννοια το μεταφέρει στην ψυχή: είναι ένα σημάδι που δεν φαίνεται, αλλά που το άτομο νιώθει πάνω του. Και όπως το αρχαίο σημάδι, δεν είναι επιλογή του ατόμου. Είναι επιβολή. Το ζητούμενο δεν είναι να πούμε «μην ντρέπεσαι». Είναι να αλλάξουμε τις σχέσεις εξουσίας που κάνουν τον άνθρωπο να ντρέπεται.
Βιβλιογραφία
- Goffman, E. (1963). Stigma: Notes on the Management of Spoiled Identity. Simon & Schuster.
- Link, B. G., & Phelan, J. C. (2001). Conceptualizing stigma. Annual Review of Sociology, 27, 363–385.
- Weiss, M. G., & Ramakrishna, J. (2001). Stigma interventions and research for international health. Lancet, 367, 536–538.
- Sontag, S. (1978). Illness as Metaphor. Farrar, Straus and Giroux.
- Sontag, S. (1989). AIDS and Its Metaphors. Farrar, Straus and Giroux.
- Scheff, T. J. (1966). Being Mentally Ill: A Sociological Theory. Aldine.
- Rosenhan, D. L. (1973). On being sane in insane places. Science, 179(4070), 250–258.
- Puhl, R. M., & Brownell, K. D. (2003). Bias, discrimination, and obesity. Obesity Research, 9(12), 788–805.
- Puhl, R. M., Andreyeva, T., & Brownell, K. D. (2008). Perceptions of weight discrimination. International Journal of Obesity, 32(6), 992–1000.
- Chödrön, P. (1994). Start Where You Are: A Guide to Compassionate Living. Shambhala.
- Marcus Aurelius. Meditations (trans. G. Long).
- Epictetus. Discourses (trans. G. Long).
- Plato. Laws (trans. T. J. Saunders).
- Froide, A. M. (2005). Never Married: Singlewomen in Early Modern England. Oxford University Press.
- Madriaga, M. (2007). Enduring disablism: students with dyslexia and their pathways into UK higher education. Disability & Society, 22(4), 399–412.

























